Η Ιβάντζελιν περίμενε ξανά για μια φλόγα αναγνώρισης, ή έστω για μια μικροσκοπική σπίθα. Χρειαζόταν κάτι οικείο, κάτι από το οποίο να μπορούσε να κρατηθεί για να μην καταρρεύσει ξανά στο έδαφος, και ο Απόλλωνας την κοιτούσε σαν να ήθελε να είναι εκείνος αυτό. Κανείς δεν την είχε κοιτάξει ποτέ ξανά με τόση ένταση.
Της θύμιζε ήρωα από παραμύθι, με φαρδιούς ώμους και δυνατό σαγόνι, σκούρα μάτια που έκαιγαν και ρούχα που μαρτυρούσαν το είδος του πλούτου που έφερνε στο μυαλό εικόνες με σεντούκια θησαυρών και κάστρα. Φορούσε ένα σκούρο κόκκινο παλτό με ψηλό γιακά και με πλούσια χρυσά κεντήματα να καλύπτουν τις μανσέτες και τους ώμους. Από κάτω φορούσε ένα εφαρμοστό σακάκι – έτσι της φάνηκε τουλάχιστον. Οι άντρες στην πατρίδα της στη Βαλέντα ντύνονταν πολύ διαφορετικά.
Αλλά ήταν προφανές ότι δε βρισκόταν πια εκεί. Η σκέψη έφερε ένα καινούργιο κύμα πανικού που έκανε τα λόγια της να βγουν ορμητικά. «Πώς βρέθηκα εδώ; Πώς γνωριστήκαμε; Γιατί δε σε θυμάμαι;» ρώτησε.
«Κάποιος που προσπαθεί να μας χωρίσει έκλεψε τις αναμνήσεις σου». Στα καστανά μάτια του Απόλλωνα κάτι λαμπύρισε, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν οργή ή πόνος. Η Ιβάντζελιν ευχόταν να μπορούσε να τον θυμηθεί. Όσο περισσότερο προσπαθούσε όμως, τόσο χειρότερα ένιωθε. Το κεφάλι της πονούσε και ένιωθε το στήθος της άδειο, λες και είχε χάσει κάτι περισσότερο από τις αναμνήσεις της.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!