Κάτι πηχτό, ζεστό και υγρό κυλάει στο μπράτσο μου. Αίμα. Κι όμως, δε θυμάμαι τον φύλακα να με τραυματίζει με το σπαθί του προτού φέρω τη γροθιά μου στο πρόσωπό του. Αν και Αστραπιαίος, δεν πρόλαβε να κινηθεί γρηγορότερα απ’ ό,τι το δεξί μου κροσέ στο σαγόνι του. Η μυρωδιά της κάπνας κεντρίζει τη μύτη μου, αναγκάζοντάς με να τη σφίξω με το βρόμικο χέρι μου για να εμποδίσω το φτέρνισμα που πάει να μου ξεφύγει. Αυτός θα ήταν ένας αξιοθρήνητος τρόπος να με πιάσουν. Όταν σιγουρεύομαι ότι η μύτη μου δε θα ξυπνήσει τους Αυτοκρατορικούς που παραμονεύουν κάτω από την κρυψώνα μου, ξαναβάζω το χέρι μου στον βρόμικο τοίχο πάνω στον οποίο έχω κολλήσει την πλάτη μου. Με τα πόδια καρφωμένα στην απέναντι πλευρά, παίρνω μιαν ανάσα, σχεδόν πνίγομαι από τον καπνό, και συνεχίζω να σκαρφαλώνω προς τα πάνω. Οι μηροί μου καίνε όσο και η μύτη μου, όμως πιέζω το σώμα μου να συνεχίσει να κινείται, ενώ ταυτόχρονα προσπαθώ να συγκρατήσω το φτέρνισμα.
Δεν είχα φανταστεί ότι θα περνούσα το βράδυ μου σκαρφαλώνοντας καμινάδες. Ιδρώνω μέσα στον μικρό χώρο, αλλά καταπίνω τον φόβο μου και αναρριχώμαι στον ασφυκτικά στενό διάδρομο, λαχταρώντας να ανταλλάξω τους βρόμικους τοίχους με την έναστρη νύχτα. Όταν το κεφάλι μου φτάνει στην κορυφή, καταπίνω λαίμαργα τον υγρό αέρα και βγαίνω από την καμινάδα, όμως αμέσως με βομβαρδίζει ένα μείγμα από μυρωδιές πολύ πιο δυσάρεστες από τη δυσωδία του καπνού που έχει κολλήσει στο σώμα, στα ρούχα και τα μαλλιά μου: ιδρώτας, ψάρια, μπαχαρικά και –όσο γι’ αυτό είμαι σίγουρη– σωματικά υγρά αναμειγνύονται, δημιουργώντας το άρωμα που περιβάλλει το Στενό του Διαγουμά.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!