Όταν γεννήθηκα ωστόσο, τίποτα δε μαρτυρούσε ότι είχε γίνει πόλεμος. Ούτε καμένα ερείπια έβλεπες πια ούτε στρατό κατοχής. Ζούσαμε σε μια ήσυχη μικρή πόλη, στο σπίτι που μας παρείχε η εταιρεία του πατέρα μου. Το σπίτι ήταν προπολεμικό, κάπως γερασμένο αλλά αρκετά ευρύχωρο. Ο κήπος είχε πεύκα, ακόμα και μια μικρή λιμνούλα και μερικά πέτρινα φανάρια. Η πόλη όπου μεγάλωσα έμοιαζε με τυπικό μεσοαστικό προάστιο. Όλοι οι φίλοι μου στο σχολείο ζούσαν σε περιποιημένα σπιτάκια σαν κουτάκια στη σειρά. Μερικά ίσως ήταν λίγο μεγαλύτερα από το δικό μου, όλα όμως είχαν πανομοιότυπες εισόδους και πεύκα στους κήπους. Οι δουλειές. Οι πατεράδες των φίλων μου εργάζονταν σε εταιρείες ή ασκούσαν κάποιου είδους ελεύθερο επάγγελμα. Σχεδόν καμία από τις μητέρες δε δούλευε. Και σχεδόν όλοι είχαν γάτα ή σκύλο. Κανείς απ’ όσους γνώριζα δε ζούσε σε διαμέρισμα. Αργότερα μετακόμισα σε κάποια άλλη περιοχή της πόλης, αλλά ήταν σχεδόν ολόιδια. Μέχρι που πήγα να σπουδάσω στο Τόκιο πίστευα πως όλοι οι άνθρωποι του κόσμου ζουν με την οικογένειά τους σε μονοκατοικία με κήπο, έχουν κατοικίδιο και πηγαινοέρχονται κοστουμαρισμένοι στη δουλειά τους με τρένο ή λεωφορείο.
Στον κόσμο όπου μεγάλωσα μια τυπική οικογένεια είχε δύο ή τρία παιδιά. Οι φίλοι μου όταν ήμουν μικρός ανήκαν όλοι σε τέτοιες στερεοτυπικές οικογένειες. Αν όχι δύο παιδιά στην οικογένεια, τότε τρία· αν όχι τρία, τότε δύο. Σπάνια συναντούσες οικογένειες με έξι ή εφτά παιδιά, όμως ακόμα πιο ασυνήθιστες ήταν οι οικογένειες με ένα παιδί. Εγώ έτυχε να ανήκω σε μια από τις ασυνήθιστες, αφού ήμουν μοναχοπαίδι. Και αυτό μου δημιουργούσε σύμπλεγμα κατωτερότητας, σαν να συνέβαινε κάτι παράξενο μ’ εμένα, αφού μου έλειπε ό,τι όλοι οι άλλοι είχαν και θεωρούσαν δεδομένο. Σιχαινόμουν τον όρο μοναχοπαίδι. Κάθε φορά που τον άκουγα, ένιωθα σαν να απουσίαζε κάτι – σαν να μην ήμουν ολόκληρος άνθρωπος.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!