Κρατάει σφιχτά στις χούφτες της τον κρύο ιδρώτα, να μη σπαταληθεί ο φόβος και πάει χαμένος περνώντας ανάμεσα από τα δάχτυλα, να μείνει εκεί, σ’ αυτά τα χέρια που έχουν χρόνια να αισθανθούν τον συγκεκριμένο φόβο. Όπως χρόνια έχουν να αισθανθούν και άλλα πράγματα. Το χάδι, κυρίως. Αισθάνεται το στομάχι να κατεβαίνει στα πόδια, να βολτάρει για λίγο στις πατούσες, στις φτέρνες και στους αστραγάλους και μετά ωωωπ! να έρχεται και πάλι στη θέση του. Ταλαιπωρημένο στομάχι έτσι κι αλλιώς, ώρες, καμιά φορά και μέρες, άδειο τα τελευταία χρόνια, έχει λίγους μήνες που δέχεται κανονική τροφή, σε κανονικές ώρες και σε –σχεδόν– κανονικές μερίδες. Κάτω από τα κλειστά μάτια δεν υπάρχουν εικόνες. Μόνο ένα επίμονο μαύρο που η ίδια, από μόνη της, το δημιούργησε έτσι όπως σφίγγει τα βλέφαρα. Λίγα καθίσματα πιο πίσω κάποιος μιλάει δυνατά. Το μήνυμα φτάνει από τα αυτιά στον εγκέφαλό της που, μουδιασμένος, καταλήγει στο συμπέρασμα πως κάποιος από τους δικούς τους θα είναι – λιγοστοί, βλέπεις, οι επιβάτες που δεν ανήκουν σε τούτη την ομάδα.
Ένα γέλιο, ύστερα άλλο ένα, το μαύρο κάτω από τα μάτια πιο ζοφερό καθώς τα βλέφαρα σφίγγονται πιο δυνατά –πόση δύναμη μπορούν να έχουν τα βλέφαρα;–, σφίγγονται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διώξουν τους ήχους, λες και ακούει με τα μάτια… Μια ξένη γυναικεία φωνή προσποιείται ανεπιτυχώς πως μαλώνει τους υπόλοιπους, ή έστω όσους αναίσχυντα γελάνε δυνατά, και αυτή, ενώ συνειδητοποιεί πως οι παλμοί της τώρα είναι πιο άταχτοι, ακούει μια άλλη φωνή, ανδρική τώρα, κάτι να λέει για σουτζούκια και πιλάφια του Παραδείσου. Τότε όλοι –όλοι; Πώς είναι δυνατό να ξέρει με τα μάτια σφαλιστά;–, οι περισσότεροι τέλος πάντων ξεσπάνε σε γέλια. Το κενό στο στομάχι όσο πάει και μεγαλώνει ενώ τα γέλια επαναλαμβάνονται, το διάφραγμα πιέζει την καρδιά της, θα σπάσει, θα σταματήσει, θα εκραγεί – είναι τόσο σίγουρη γι’ αυτό! Τα χέρια τρέμουν παγωμένα και ο ιδρώτας κυλάει, επιτέλους, ανάμεσα από τα σφιγμένα δάχτυλα. Πανικός. Μια αξιοπρεπέστατη κρίση πανικού.