Ο Ντίμα ήταν ο μικρότερος από έξι αγόρια, το μωρό που είχε φτάσει αργά για τη μητέρα του, πολύ αφότου ο γιατρός που περνούσε από το χωριό τους κάθε καλοκαίρι τής είχε πει ότι δε θα έκανε άλλα παιδιά. Μια αναπάντεχη ευλογία, έλεγε πάντα η μαμά, καθώς κρατούσε τον Ντίμα στην αγκαλιά της και τον χάιδευε, ενώ οι άλλοι είχαν φύγει για να κάνουν τις αγγαρείες τους.
Ένα ανεπιθύμητο στόμα για να ταΐζουμε, έλεγε χλευαστικά ο μεγαλύτερος αδελφός του, Πιότρ. Επειδή ο Ντίμα ήταν τόσο μικρός, τα αδέλφια του συχνά τον άφηναν έξω από τα αστεία τους, ξεχασμένο στους θορυβώδεις καβγάδες του σπιτιού, και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο, εκείνη τη φθινοπωρινή νύχτα, ενώ καθόταν δίπλα στον νεροχύτη και σαπούνιζε τα τελευταία κατσαρολικά που είχαν φροντίσει να του αφήσουν τα αδέλφια του, μόνο εκείνος άκουσε τον ενοχοποιητικό γδούπο από τις πόρτες του αχυρώνα.
Ο Ντίμα άρχισε να τρίβει πιο δυνατά, αποφασισμένος να τελειώσει τη δουλειά του και να πάει για ύπνο πριν σκεφτεί κανείς να τον στείλει έξω στο σκοτάδι. Μπορούσε να ακούσει τον σκύλο τους, τη Μολνίγια, να κλαψουρίζει στο κατώφλι της κουζίνας, ικετεύοντας για αποφάγια και για ένα ζεστό μέρος να κοιμηθεί, καθώς ο άνεμος υψωνόταν σε ένα οργισμένο ουρλιαχτό.
Κλαδιά χτυπούσαν τα παράθυρα. Η μαμά σήκωσε το κεφάλι της, με τις ρυτίδες γύρω από το στόμα της να γίνονται πιο βαθιές. Η έκφρασή της έγινε βλοσυρή λες και θα μπορούσε να στείλει τον άνεμο για ύπνο χωρίς φαγητό. «Ο χειμώνας έρχεται γρήγορα και μένει πάρα πολύ». «Χμμμ», είπε ο μπαμπάς, «όπως η μητέρα σου». Η μαμά τον κλότσησε με την μπότα της.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!