Τα μάτια της Λούσι Ρέιντ πεταρίζουν προς το μέρος μου. Η έκφρασή τους βγάζει λίγη παραπάνω υπερβολή στην ευγνωμοσύνη της για τα γούστα μου. «Λατρεύω να ζωγραφίζω και να κάνω χειροτεχνίες. Ασχολούμαι πολύ με τα λευκώματα στον ελεύθερό μου χρόνο. Πλέκω. Πάω στοίχημα ότι στον Λουκ θα άρεσε πολύ το πλέξιμο. Δε συμφωνείς, Κέιντ;» Παραλίγο να γελάσω με τον τρόπο που γουργουρίζει όταν λέει το όνομά μου. Επίσης, θα ήθελα πολύ να δω κάποιον να πείθει τον Λουκ να κάτσει ακίνητος αρκετή ώρα για να χειριστεί δύο μυτερές βελόνες και να δημιουργήσει κάτι. Τώρα χαμογελάει στη Σάμερ, στην αρραβωνιαστικιά του μικρού μου αδερφού, πριν προσθέσει, «Ξέρεις πώς είναι. Όλοι χρειαζόμαστε κάποιο γυναικείο χόμπι, σωστά;» Ακούω τον μπαμπά μου τον Χάρβεϊ να γελάει από τη γωνιά του δωματίου όπου κάθεται. Η πρόσληψη της νταντάς έχει εξελιχθεί σε άκρως οικογενειακή υπόθεση. Και σε απόλυτο εφιάλτη.
Η Σάμερ σμίγει τα χείλη της και σχηματίζει ένα μικρό ψεύτικο χαμόγελο. «Ναι, φυσικά». Παραλίγο να καγχάσω. Η Σάμερ θεωρεί γυναικεία ψυχαγωγία το να κάνει καθίσματα με βαριά βάρη στο γυμναστήριο και να βασανίζει ενήλικες άντρες στο όνομα του «πέρσοναλ τρέινινγκ». Της λέει ψέματα κατάμουτρα, αλλά ίσως είναι ακόμα αρκετά καινούργια στην πόλη ώστε η Λούσι να μην το ξέρει. Ή ίσως η Λούσι φέρεται σαν εριστική σκύλα στη μέλλουσα κουνιάδα μου. «Ωραία», σηκώνομαι, «λοιπόν, ευχαριστούμε. Θα σε ενημερώσουμε σύντομα». Η Λούσι μοιάζει να αιφνιδιάζεται λίγο με το πόσο γρήγορα αλλάζω θέμα συζήτησης, αλλά έχω ακούσει και έχω δει όλα όσα χρειάζομαι. Και άλλωστε, οι τρόποι δεν είναι το δυνατό μου σημείο. Είμαι περισσότερο από τους τύπους που τραβάνε απότομα το τσιρότο.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!