"Την τελευταία ημέρα του Ιουλίου του 2000, ο αρχιμανδρίτης Τιμόλαος προσγειώθηκε στην πόλη του σκανδάλου και κατέλυσε σε σουίτα στο Χίλτον. Δεν επρόκειτο για πολυτέλεια μα για μονόδρομο. Παρά τις φυσικές της καλλονές, ο τουρισμός της χώρας ήταν υποτυπώδης. Τα υπόλοιπα ξενοδοχεία αποτελούσαν στην πραγματικότητα βρομερά χάνια, άντρα πορνείας, όπου εκτός από τη σωματική του ακεραιότητα θα κινδύνευε και η υγεία του. Γιατί όμως σε σουίτα και όχι σε ένα απλό μονόκλινο; Για να διαθέτει ένα σαλόνι, στο οποίο θα υποδεχόταν τους «επαγγελματίες».
Διότι βεβαίως, ως επίσημος απεσταλμένος του Πατριαρχείου, ποτέ ο Τιμόλαος δεν θα καταδεχόταν να περάσει το κατώφλι του ράντσου του Μακρυνιώτη ή της έπαυλης των Βώλων. Προσκλήθηκα στη συνάντηση έξι μόλις ώρες προτού ξεκινήσει. Ο Τιμόλαος επιθυμούσε φυσικά τον πρέσβη, εκείνος όμως βρισκόταν σε άδεια. Και ο πρόξενος σε βαρύ πένθος λόγω του θανάτου της συζύγου του.
Ποιος απέμενε; Ο γραμματέας της πρεσβείας. Θα μπορούσα βεβαίως να επικαλεστώ κώλυμα ή να δηλώσω ευθαρσώς ότι η Ελλάς δεν είχε λόγο ούτε να αναμειχθεί ούτε καν να παραστεί –δι' εμού- σε κάτι τέτοιο. Ήμουν ωστόσο πολύ νέος και ενθουσιώδης διπλωμάτης, στο πρώτο εκτός έδρας πόστο μου.
Η περιέργεια κυριαρχούσε της επιφυλακτικότητας, ενώ η βαριεστημάρα –που με έχει εδώ και χρόνια διαποτίσει- μου ήταν ακόμη τότε ως βίωμα άγνωστη".
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!