ΑΠΌ ΣΤΙΓΜΉ ΣΕ ΣΤΙΓΜΉ ΘΑ ΤΗ ΒΡΟΥΝ. Θα τη βρουν στο σημείο που επιπλέει, με τα δάχτυλα ανοιχτά στις ρυτιδώσεις του νερού, με τα μαλλιά απλωμένα σαν γιαπωνέζικη βεντάλια. Ψάρια γλιστρούν από κάτω τους, περνούν ανάμεσά τους, κινούνται κατά μήκος του κορμιού της. Το φίλτρο βουίζει. Η λιμνούλα αναταράσσεται, στραφταλίζει. Κι εκείνη σαλεύει ανεπαίσθητα στην επιφάνεια. Νωρίτερα το πρωί στην περιοχή απλωνόταν ομίχλη –εκείνη η χαρακτηριστική ομίχλη του Σαν Φρανσίσκο, παχιά σαν βελούδο και παγερή–, όμως τα τελευταία ίχνη της σκορπίζουν τώρα και ο κήπος λούζεται στο φως: οι πλάκες, το ηλιακό ρολόι, η χορωδία των νάρκισσων στη βραγιά. Και η λιμνούλα, εκείνος ο άψογος κύκλος κοντά στον τοίχο του σπιτιού, με τα αστραφτερά της ψάρια και τα νούφαρα που θυμίζουν αστέρια. Από στιγμή σε στιγμή μια κραυγή θα θρυμματίσει τη σιωπή. Στο μεταξύ επικρατεί απόλυτη ηρεμία, τέλεια ακινησία, με μόνη εξαίρεση το σχεδόν αδιόρατο σάλεμα στο νερό, το νωχελικό κολύμπι των ψαριών, τις γραμμές που σχηματίζονται γύρω από το πτώμα.
Στην άλλη άκρη του κήπου η μπαλκονόπορτα ανοίγει, ο ήλιος αντανακλά πάνω στο τζάμι. Μια ανάσα. Κι ύστερα εκείνη η κραυγή. Τη βρήκαν.