«Είσαι θυμωμένος μαζί μου;» τον ρωτάω, γιατί απόψε του λέω την αλήθεια. Του λέω την αλήθεια για μένα, την αλήθεια που δεν λέω σε κανέναν, το μυστικό που με κάνει να διαφέρω από όλους όσους γνωρίζει. Την πετάω σαν λάσο γύρω από τον λαιμό του, ένα σωσίβιο, κάτι που θα τον συγκρατήσει από το να κάνει το ύστατο βήμα στο σκοτάδι.
Κουνάει αρνητικά το κεφάλι του, σφίγγοντας το κάγκελο. «Είμαι περίεργος». Τα μάτια με τις κίτρινες ανταύγειες, μέσα στα οποία πάντα χανόμουν, βρίσκουν τα δικά μου. «Πώς νιώθεις; Με αυτό που είσαι;»
«Νιώθω σαν να έχω κλέψει» λέω. «Σαν αυτό το σώμα να μην είναι πραγματικά δικό μου». Οι εξομολογήσεις μπορεί να είναι σκληρές και σοκαριστικές, αλλά η δική μου είναι τρυφερή. Η αλήθεια για το τι είμαι δεν βγάζει νόημα, αλλά δεν χρειάζεται να βγάζει νόημα. Εκείνος το ξέρει αυτό. Είναι άρρωστος από τότε που γεννήθηκε. Το να είσαι άρρωστος σε διδάσκει ότι οι αιτίες είναι απλώς αποτυχημένες απόπειρες να δικαιολογήσεις την κακοτυχία. Σου δίνουν μια ψευδαίσθηση του γιατί, αλλά το γιατί είναι μια ερώτηση που κάνει φασαρία, ενώ ο θάνατος είναι ήσυχος.
«Με πιστεύεις;» ρωτάω. Κατανεύει. «Με αγαπάς ακόμα;» «Και βέβαια σ’ αγαπώ ακόμα». Αναστενάζει, πιάνει το πρόσωπό μου στα χέρια του και με τον αντίχειρα χαϊδεύει το μάγουλό μου. Χαμογελάω. Η αγάπη μάς ενώνει. Η αγάπη μάς έκανε να προσποιούμαστε.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!