Πρώτον, γεννήθηκα. Κόσμος και κοσμάκης έτρεξε να δει, κι όπως πάντα τα περίμεναν όλα από μένα: το πιο δύσκολο κομμάτι της δουλειάς το ανέλαβα εγώ, και η μάνα μου έμεινε, ας το πούμε απλά, αμέτοχη.
Οποιαδήποτε άλλη μέρα θα την έβλεπαν έξω, στη βεράντα του λυόμενου, οι καλοί γείτονες που πάντα έχουν τον νου τους, καθώς έχουν ρουφήξει μαζί με το γάλα της μάνας τους τη συμφορά. Μέσα στους καύσωνες του όψιμου καλοκαιριού και του φθινοπώρου, ρίχνοντας μια ματιά προς το βουνό πάντα την έβλεπαν εκεί, μια κατάξανθη μικρούλα που κάπνιζε τα Pall Mall της κρεμασμένη στο κάγκελο, σαν καπετάνισσα στο καράβι της που τώρα ίσως και να ’χε έρθει η στιγμή να βυθιστεί. Μιλάμε για ένα κορίτσι δεκαοκτώ χρονών, ένα κορίτσι ολομόναχο και έγκυο όσο δεν παίρνει. Τη μέρα που δε φάνηκε, ο κλήρος έπεσε στη Νανς Πέγκοτ να πάει να χτυπήσει την πόρτα της, να ορμήσει μέσα και να τη βρει αναίσθητη στο πάτωμα του μπάνιου με το σκουπιδομάνι της παντού κι εμένα να ’χω ήδη ξεπροβάλει.
Ένας γλιστερός αιχμάλωτος γαλαζωπός σαν ψάρι, που μάζευε άμμο από το πλαστικό πλακάκι, σερνάμενος σαν σκουλήκι, σπρώχνοντας, προχωρώντας, γιατί είμ’ ακόμα μέσα στον σάκο όπου κολυμπάνε τα μωρά, στην προ-πραγματική ζωή τους. Ο κύριος Πέγκοτ ήταν απέξω, με το φορτηγό του στο ρελαντί. Πήγαινε στον εσπερινό, κι ίσως σκεφτότανε πόση απ’ τη ζωή του είχε σπαταλήσει περιμένοντας γυναίκες. Η κυρά του θα του ’χε πει πως τα σταυροκοπήματά του μπορούσαν να περιμένουν ένα λεπτό, πρώτα έπρεπε να πάει να δει αν η έγκυος κοπελίτσα από δίπλα είχε γίνει πάλι τύφλα.
Η κυρία Πέγκοτ είναι γυναίκα που δε μασάει στα δύσκολα, κι άμα χρειαστεί, ως και τον Ιησού Χριστό μπορεί να προστάξει να λουφάξει στη γωνίτσα του και να μη βγάλει άχνα. Πετάχτηκε έξω φωνάζοντάς του να καλέσει το 911, ένα κακόμοιρο μωρό στο μπάνιο παλεύει με μπουνιές και γροθιές να βγει από τον σάκο. Σαν μικρός μελανιασμένος πυγμάχος. Αυτά τα λόγια θα χρησιμοποιούσε αργότερα, χωρίς να ντρέπεται καθόλου που έπιανε στο στόμα της τη χειρότερη μέρα της ζωής της μάνας μου.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!