Ο Κουλντές Σάρμα ελπίζει ότι βρίσκεται στο σωστό μέρος. Παρκάρει στο τέρμα του χωματόδρομου, ζωσμένος πανταχόθεν από δέντρα, που μοιάζουν με στοιχειά στο σκοτάδι. Το πήρε απόφαση επιτέλους σήμερα το απόγευμα, γύρω στις τέσσερις, όπως καθόταν στην αποθήκη του μαγαζιού του. Το κουτί βρισκόταν μπροστά του, στο τραπέζι, και το ραδιόφωνο έπαιζε το «Mistletoe and Wine». Έκανε δυο τηλεφωνήματα, και τώρα να τος. Σβήνει τα φώτα του αμαξιού και κάθεται σε απόλυτο σκοτάδι. Είναι τρομερά ριψοκίνδυνο, αυτό να λέγεται. Μα κοντεύει τα ογδόντα – πότε θα ’χει καλύτερη ευκαιρία να το διακινδυνεύσει; Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί; Να τον βρουν και να τον σκοτώσουν; Είναι σαφώς ικανοί και για τα δύο, αλλά θα ’ταν τόσο τραγικό; Ο Κουλντές συλλογίζεται τον φίλο του τον Στίβεν. Πώς είναι πλέον στην όψη. Πόσο χαμένος, πόσο αμίλητος, πόσο λειψός. Άραγε το μέλλον επιφυλάσσει το ίδιο και σ’ αυτόν; Τι πλάκα σπάγανε παλιά, η παρέα τους… Τι σαματά έκαναν…
Ο κόσμος πλέον γίνεται ψίθυρος στ’ αυτιά του Κουλντές. Η γυναίκα του πάει, οι φίλοι χάνονται. Νοσταλγεί την άγρια βουή της ζωής. Κι έπειτα εμφανίστηκε ο άντρας με το κουτί. Κάπου στο βάθος, ένα αχνό φωτεινό θάμπος τρεμοπαίζει μέσ’ απ’ τα δέντρα. Ακούγεται ήχος κινητήρα μες στην παγερή σιωπή. Αρχίζει να χιονίζει, κι ευελπιστεί πως ο δρόμος του γυρισμού προς το Μπράιτον δεν θα ’ναι πολύ επικίνδυνος. Φώτα σαρώνουν το πίσω παρμπρίζ, καθώς ένα άλλο αμάξι πλησιάζει. Μπουμ, μπουμ, μπουμ. Η γέρικη καρδιά του. Είχε σχεδόν ξεχάσει ότι κρεμόταν εκεί μέσα. Ο Κουλντές δεν έχει το κουτί μαζί του τώρα. Είναι προσεκτικά φυλαγμένο, ωστόσο, κι αυτό, προσώρας, θα προφυλάξει και τον ίδιο. Είναι η ασφάλειά του. Πρέπει να εξοικονομήσει λίγο χρόνο ακόμα. Κι αν τα καταφέρει, ε, τότε…