Η γροθιά ήταν τόσο δυνατή που όλα αναπήδησαν στο τραπέζι. Πιατάκια του καφέ, φλιτζανάκια, πιατάκια του γλυκού, ποτήρια, όλα βρέθηκαν για κλάσμα του δευτερολέπτου να αιωρούνται πριν προσγειωθούν, άλλα κανονικά και κάποια άτσαλα, στο λευκό ολοκέντητο τραπεζομάντιλο. Η λίγη βυσσινάδα που είχε απομείνει σ’ ένα από τα ποτήρια, το οποίο δεν μπόρεσε να ανακτήσει την ισορροπία του, άδειασε και ένας λεκές όμοιος με αίμα απλώθηκε. Κακό σημάδι αυτό, σκέφτηκαν οι δύο γυναίκες που ένιωθαν, σε αντίθεση με τα πιατικά, το έδαφος να τρέμει ακόμη κάτω από τα δικά τους πόδια. «Αυτό που είπα, αυτό και θα πεις στον Κλεομένη, κυρα-Σμαρούλα!» Η γυναίκα, στην οποία απευθυνόταν, πετάρισε λίγο τα βλέφαρα, αντάλλαξε μια ματιά με την άλλη γυναίκα και μετά τόλμησε να κάνει ένα βήμα προς τον αγριεμένο άντρα. «Κύριε Σαράντη μου», άρχισε, προσπαθώντας να ακουστεί όσο πιο γλυκιά η φωνή της, «δε λέω, τα χίλια δίκια έχεις κι εσύ, αλλά σκέψου τι μου ζητάς να πω στο καημένο το παλικάρι! Ορφανό είναι, τίμιο όμως και δουλευτάρικο! Είδε την Αριστέα σου, του άρεσε και σαν τίμιος άντρας στέλνει προξενιό! Και να σημειώσεις, κύριε Σαράντη μου, ότι λόγο δεν έχει γυρίσει με το κορίτσι σου! Μόνο την έβλεπε από μακριά και του καιγόταν η καρδιά…
«Κυρα-Σμαρούλα, εμένα δε με ρίχνεις με τις γαλιφιές και το ξέρεις! Ο μορφονιός σου, εκτός από την Αριστέα, είδε και υπολόγισε και την προίκα της! Λοιπόν, αν θέλει τις λίρες μου, τότε για γάμο έχουμε μόνο τη Μυρσίνη! Αυτή είναι η μεγαλύτερη, αυτή θα παντρευτεί πρώτη, δεν αλλάζω εγώ τα έθιμα!» «Κύριε Σαράντη μου, έτσι που μιλάς θα νομίσει κανείς ότι η μεγάλη είναι και… μεγαλοκοπέλα! Είκοσι τεσσάρων χρόνων είναι η Μυρσίνη σου και είκοσι δύο η Αριστέα!» «Και λοιπόν; Είναι ή δεν είναι πιο μεγάλη;» «Ναι, αλλά η Αριστέα είναι πιο όμορφη!» της ξέφυγε της προξενήτρας και δαγκώθηκε. «Και τι έχει να κάνει η ομορφιά με τον γάμο; Η Μυρσίνη είναι προκομμένη, νοικοκυρά και μυαλωμένη! Γερή και δυνατή για να του κάνει παιδιά!» «Μα την Αριστέα θέλει! Δεν του αρέσει η Μυρσίνη, πώς να το κάνουμε τώρα;» διαμαρτυρήθηκε απαυδισμένη πια η προξενήτρα. «Μίλα κι εσύ, κυρία Βαρβάρα μου! Είναι και δικά σου τα κορίτσια!»