Κοίτα, γιαγιά! Κοίτα ένα ουράνιο τόξο! Έλα, γιαγιά! Σήκω να πάμε!»
«Πού να πάμε, καλό μου;»
«Στην άκρη του ουράνιου τόξου, γιαγιά! Να το δούμε από κοντά!»
Έβρεχε δυνατά όλη τη μέρα, ήλιος δεν είχε φανεί πουθενά. Το πρωινό είχε χαράξει μουντό, συννεφιασμένο. Την ώρα που πάλευε με τις κατσίκες, αξημέρωτα ακόμη, οι πρώτες στάλες την είχαν αναγκάσει να σηκώσει τα μάτια στον μολυβένιο ουρανό και να αναστενάξει. Πάλι δε θα κατάφερναν με τη νύφη της να βάλουν μπουγάδα και τα ρούχα είχαν μαζευτεί σωρός.
Δυο ώρες μετά, η βροχή ζωγράφιζε πτυχώσεις στον αέρα, σαν κουρτίνα που την ανασάλευε δυνατά κάποιο ρεύμα, ενώ το χώμα ήδη σμίλευαν μεγάλα ρυάκια· κυλούσαν ορμητικά για να ενωθούν και να ξεχυθούν ποτίζοντας τη διψασμένη γη. Το τζάκι έκαιγε με όλη του τη δύναμη· τα ξύλα τραγουδούσαν τις τελευταίες τους νότες προτού γίνουν στάχτη, καθώς τα συνόδευε η μουσική από το ρυθμικό χτύπημα του αργαλειού.
Τις αγαπούσε κάτι τέτοιες μέρες η κυρα-Βάγια, παρόλο που έμεναν πίσω όλες οι άλλες δουλειές· γλύκαιναν την κουρασμένη της ψυχή οι εικόνες από το σπίτι της, το σπίτι όπου θα τελείωνε, όπως όλα έδειχναν, τη ζωή της. Η νύφη της, η Μαργαρίτα, άλλοτε μαγείρευε κι άλλοτε άνοιγε φύλλο για τις πίτες της, που ήταν διάσημες στην περιοχή, ή έπλεκε κάποιο μάλλινο. Η ίδια κεντούσε σύννεφα, λουλούδια και ουράνια τόξα στον αργαλειό, ενώ η μικρή Ρηνούλα, καθισμένη σ’ ένα σκαμνάκι στα πόδια της, σκάλιζε τις πολύχρωμες κλωστές· τις ξεχώριζε ανάλογα με το χρώμα και έφτιαχνε τα δικά της ουράνια τόξα μέσα στα κουτιά όπου η γιαγιά της φύλαγε τα νήματα.