Λάθος… Λάθος. Όλο το σκηνικό ήταν λάθος… Ο ήλιος έκαιγε, η μέρα ήταν ζεστή, απόλυτη ησυχία επικρατούσε, όλα φάνταζαν γαλήνια, κι όμως κάτι δεν ήταν σωστό. Έψαξε μέσα στο ταραγμένο της μυαλό να βρει τι ήταν αυτό που την ενοχλούσε. Πιο πολύ ήταν η ησυχία τελικά. Τέτοια ώρα η Μαργαρίτα, το μικρό λευκό της λουλουδάκι, έπρεπε να παίζει ξέγνοιαστη στον κήπο, με τα μάγουλά της κατακόκκινα από τα τρεχαλητά με τους φανταστικούς της φίλους, τα ξεφωνητά της να ακούγονται τριγύρω και την Κατερίνα να τρέχει πίσω της να την προλάβει. Εκεί τελικά ήταν το λάθος. Το σπίτι έδειχνε ακατοίκητο^ μέχρι και τα παραθυρόφυλλα ήταν ερμητικά κλειστά. Προσπάθησε να ανασκαλέψει τη μνήμη της. Ίσως το παιδί και η νταντά του είχαν να πάνε κάπου. Της το είχε πει η Κατερίνα, κι εκείνη το είχε ξεχάσει. Κενό…
Καμία υπενθύμιση για μια προγραμματισμένη έξοδο των δυο τους δεν ήρθε για να καταπολεμήσει αυτό το καρδιοχτύπι που άρχισε να σχηματίζει κόμπο στον λαιμό της και να εμποδίζει τις ανάσες της να βγαίνουν ρυθμικές. Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και ξαφνικά της φάνηκε πολύ πιο βαριά απ’ ό,τι συνήθως. Έλυσε τη ζώνη της και γλίστρησε έξω από το μεγάλο όχημα. Την είχε πονέσει όταν πριν από δέκα χρόνια τής επιβλήθηκε να απαρνηθεί το μικρό, χαριτωμένο αυτοκινητάκι της και να κυκλοφορεί με κάποιο από τα πανάκριβα και θηριώδη αυτοκίνητα που της παρείχε ο άντρας της και που ταίριαζαν με την κοινωνική τους θέση και την οικονομική τους επιφάνεια. Θα ήταν τρομερά υποτιμητικό η σύζυγος του Ορέστη Δελμούζου να οδηγεί το ίδιο αυτοκίνητο με οποιαδήποτε κοινή θνητή. Οι διαμαρτυρίες της καταποντίστηκαν από το βάρος των επιχειρημάτων του Ορέστη αλλά και από τη σταθερή του απόφαση να της επιβάλει τον τρόπο ζωής του.