Ο βραστήρας σφύριζε για να ειδοποιήσει κάθε ενδιαφερόμενο πως είχε εκτελέσει την αποστολή του. Το νερό είχε βράσει.
«Μαμά! Το νερό βράζει! Τι να το κάνω;»
Το οχτάχρονο πιτσιρίκι ξεφώνιζε από την κουζίνα την ώρα που εκείνη έβαφε τα χείλη της. Η κραυγή την άφησε αδιάφορη. Άλλωστε αυτό γινόταν κάθε μέρα και, σύμφωνα με το ρολόι της, περίπου την ίδια ώρα. Ο άντρας της έσφιγγε τη γραβάτα του. Το δωμάτιο ήταν φορτωμένο με την κολόνια του.
«Αργήσαμε πάλι!» της είπε χτενίζοντας τα μαλλιά του, τα οποία, παρά τα σαράντα του χρόνια, ήταν κατάμαυρα.
Τα δικά της πάντως δεν είχαν την ίδια τύχη. Το κομμωτήριο σε τακτά διαστήματα διόρθωνε τη βιασύνη της φύσης. Οι προδοτικές άσπρες τρίχες των τριάντα πέντε χρόνων της εξαφανίζονταν στο ευχάριστο περιβάλλον του.
Στην κουζίνα έφτιαξε το γάλα της μικρής, που το ήπιε όπως κάθε πρωί με μια ανάσα. Το σάντουιτς ήταν στη θέση του. Το σχολικό κόρναρε. Άλλη μια πανομοιότυπη μέρα άρχιζε. Φορώντας το καθιερωμένο χαμόγελο στο πρόσωπό της, κούνησε το χέρι στο σχολικό που απομακρυνόταν.