Κάθισε αργά στη μεγάλη άσπρη πολυθρόνα που βρισκόταν στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου. Κάθισε αργά, σαν άνθρωπος που τα χρόνια είχαν στραγγίξει από μέσα του κάθε δύναμη, κάθε διάθεση. Άφησε το βλέμμα του ν’ ακουμπήσει στη θάλασσα σαν να μην μπορούσε ούτε κι αυτό ακόμη να σηκώσει^ τόσο τον βάραινε. Απέναντί του το ηφαίστειο της Σαντορίνης, μόνο μες στη μεγαλοπρέπειά του. Μοναξιά… Η μοίρα κάθε δυνατού που σπέρνει φόβο γύρω του. Πώς ν’ αγαπήσεις κάτι που φοβάσαι; Πώς να πλησιάσεις κάτι που μπορεί να σε αφανίσει; Κάτω απ’ τα πόδια του απλωνόταν η θάλασσα. Είχε κατακερματίσει τη στεριά που βρέθηκε αλαζονικά στον δρόμο της, αφήνοντας πίσω απότομα βράχια^ βράχια κοφτερά^ επικίνδυνα… Και σαν να μην ήθελε ούτε κι η ίδια τέτοια καταστροφή, κάθε που έδυε ο ήλιος, κάθε που βουτούσε στον υγρό του τάφο για να βγει από κει πάλι νικητής το ξημέρωμα, η θάλασσα για λίγο, για πολύτιμες στιγμές ομορφιάς, κοκκίνιζε ματωμένη.
Ευχαρίστησε νοερά τον ταξιδιωτικό του πράκτορα που του ’χε κλείσει δωμάτιο στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Ήταν ό,τι έπρεπε. Εκεί και μόνο εκεί θα μπορούσε να τελειώσει οριστικά με το παρελθόν. Είχε περάσει κοντά ένας χρόνος από τότε. Απόψε ήταν η στιγμή… Τώρα. Οι αναμνήσεις σαν θάλασσα που ξυπνά όρμησαν στα ακρογιάλια του μυαλού του. Πήραν τις μνήμες που κρύβονταν καθηλωμένες πίσω απ’ τα βράχια της λογικής^ τις παρέσυραν και με τα κύματα τις σήκωσαν ψηλά. Το φως του ήλιου που έδυε τις φώτισε. Πολύ αργά για να κάνει πίσω τώρα. Ούτε και το ’θελε όμως. Εδώ κι έναν χρόνο προσπαθούσε να ξεφύγει.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!