Η Άλι έχωσε ξανά στην τσέπη της το κινητό τρέμοντας, καθώς ο παγωμένος φλεβαριάτικος αέρας τη διαπερνούσε, και πλησίασε ακόμα περισσότερο τον κορμό του ψηλού πεύκου που της παρείχε καταφύγιο. Περίμενε ήδη σχεδόν ένα εικοσάλεπτο. Αν χρειαζόταν να περιμένει κι άλλο… Ξεροκατάπιε· ο λαιμός της την πονούσε. Η πύλη μπροστά της ήταν ψηλή κι επιβλητική, με αιχμηρές απολήξεις από μαύρο μέταλλο. Απ’ όσο ήξερε, η πύλη ήταν η μόνη είσοδος για τη σχολική έκταση της Κιμμέριας Ακαδημίας και η μόνη έξοδος από αυτή. Σε απόσταση κοντά στο ενάμισι χιλιόμετρο από το σχολικό κτίριο στο τέλος του δρόμου, άνοιγε και έκλεινε με τηλεχειριστήριο. Μόνο η διευθύντρια και ένα προσεκτικά επιλεγμένο κλιμάκιο φυλάκων ασφαλείας επιτρεπόταν να το χρησιμοποιούν. Τα επιβατικά αυτοκίνητα ήταν αρκετά σπάνιο φαινόμενο στην Κιμμέρια Ακαδημία. Οι περισσότεροι καθηγητές και τα μέλη του προσωπικού ζούσαν στις σχολικές εγκαταστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, τα φορτηγάκια των διάφορων προμηθευτών και του ταχυδρομείου πηγαινοέρχονταν σε καθημερινή βάση, όπως και οι φρουροί που δούλευαν για τον Ρατζ Πάτελ.
Η Άλι παρακολουθούσε την κίνηση των οχημάτων τις τελευταίες εβδομάδες κι έτσι ήξερε ότι, τις περισσότερες μέρες, το φορτηγάκι ενός προμηθευτή έφτανε ακριβώς πριν από τις τέσσερις η ώρα. Τώρα κόντευε τέσσερις. Εάν ήταν τυχερή, το φορτηγάκι θα περνούσε από την πύλη προτού την κάνουν τσακωτή. Η κρυψώνα της ήταν πολύ κοντά στο μέρος όπου βρισκόταν όταν σκοτώθηκε η Τζο. Η ανάμνηση εκείνης της νύχτας, πριν από οχτώ εβδομάδες, τη βασάνιζε. Εάν έκλεινε τα μάτια, έβλεπε τα πάντα – τη λευκή κουβέρτα του χιονιού, το γαλάζιο σεληνόφως, το λεπτεπίλεπτο κορμί πεταμένο σαν πάνινη κούκλα στον δρόμο… Τη λίμνη του αίματος, που απλωνόταν γύρω της σαν τα πέταλα θανάσιμου άνθους. Άνοιξε τα μάτια της. Απόψε δεν υπήρχε τίποτε άλλο να δει πέρα από έναν αδειανό χωματόδρομο.