Το 1943 ο εκδότης ταξιδιωτικών βιβλίων Καρλ Μπέντεκερ εξέδωσε έναν οδηγό για τη Γενική Διοίκηση – εκείνο το τμήμα της κεντρικής και νότιας Πολωνίας που παρέμενε τυπικά χωριστό από το Ράιχ. Όπως συνέβαινε με όλες τις εκδόσεις στη Γερμανία εκείνη την εποχή, ασχολείτο τόσο με τη διάδοση της προπαγάνδας όσο και με το να παράσχει στους αναγνώστες του πληροφορίες. Το κομμάτι για τη Βαρσοβία ήταν μια χαρακτηριστική περίπτωση. Το βιβλίο ήταν ενθουσιώδες σχετικά με τις γερμανικές απαρχές της πόλης, τον γερμανικό χαρακτήρα της και τον τρόπο με τον οποίο είχε γίνει μία από τις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου «κυρίως μέσα από την προσπάθεια των Γερμανών». Παρότρυνε τους τουρίστες να επισκεφθούν το μεσαιωνικό Βασιλικό Κάστρο, τον καθεδρικό ναό του 14ου αιώνα και την όμορφη Ιησουιτική Εκκλησία της ύστερης Αναγέννησης – όλα προϊόντα της γερμανικής κουλτούρας και επιρροής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το σύμπλεγμα παλατιών ύστερου μπαρόκ γύρω από την Πλατεία Πιλσούδσκι –«την πιο όμορφη πλατεία στη Βαρσοβία»– που τώρα είχε μετονομαστεί σε Πλατεία Αδόλφου Χίτλερ. Το επίκεντρο ήταν το «Σαξονικό» Παλάτι, χτισμένο φυσικά από Γερμανό, και οι όμορφοι Σαξονικοί Κήποι του, που ήταν επίσης σχεδιασμένοι από Γερμανούς αρχιτέκτονες.
Καμία αναφορά δε γινόταν στα δυτικά προάστια της πόλης, που είχαν μετατραπεί σε γκέτο για τους Εβραίους. Αυτό οφειλόταν ίσως στο γεγονός ότι την εποχή που εκδιδόταν το βιβλίο ξέσπασε εκεί μία εξέγερση που υποχρέωσε τον ταξίαρχο των SS Γιούργκεν Στρόοπ να πυρπολήσει σχεδόν κάθε σπίτι στην περιοχή. Περί τα τέσσερα τετραγωνικά χιλιόμετρα της πόλης καταστράφηκαν ολοσχερώς κατ’ αυτό τον τρόπο. Την επόμενη χρονιά ξέσπασε μια δεύτερη εξέγερση σε όλη την υπόλοιπη πόλη. Αυτή τη φορά επρόκειτο για μια γενικότερη εξέγερση εμπνευσμένη από τον Πολωνικό Στρατό Εθνοφυλακής. Τον Αύγουστο του 1944, ομάδες Πολωνών αντρών, γυναικών και εφήβων άρχισαν να στήνουν ενέδρες σε Γερμανούς στρατιώτες και να κλέβουν τα όπλα και τα πυρομαχικά τους. Για τους επόμενους δύο μήνες οχυρώθηκαν μέσα και γύρω από την Παλιά Πόλη και καθήλωσαν περισσότερους από 17.000 Γερμανούς στρατιώτες και άνδρες των αντιανταρτικών δυνάμεων.