Και με τα όνειρα ξοδεύτηκε ο καιρός. Πότε ήταν 1910 που είχαμε τη νιότη μας, πότε πέρασε ο Μεσοπόλεμος, πότε ήρθε η εποχή της καταχνιάς, ούτε που το κατάλαβα. Σαν νεράκι από πηγή κύλησαν τα χρόνια, κι εμείς απομένουμε όλο και πιο γερασμένοι, αλλά με την ίδια φλόγα στην καρδιά. Και χαμογελάμε στον ήλιο αισιόδοξοι, παίρνουμε δύναμη απ’ τα όνειρά μας και την υπομονή μας, και έτσι δε μας λείπει σχεδόν τίποτα. Γιατί σε όλους μας λείπει κάτι. Κάτι μικρό ή κάτι μεγάλο. Πάντως κάτι. Εξακολουθώ να διαμένω στη Γλυφάδα, το απόμερο παραθαλάσσιο χωριουδάκι νοτίως των Αθηνών. Πριν από την Κατοχή ήταν μια ωραία λουτρόπολη, ένας τόπος ανέφελος που μύριζε αλμύρα και πευκοβελόνες. Υπήρχε ο κινηματογράφος «Μαϊάμι» στη μικρή πλατεία, υπήρχαν οι παραθεριστές που νοίκιαζαν τις πέτρινες κατοικίες της ακτογραμμής, υπήρχε το εξοχικό κέντρο «Τρουβίλ» πλησίον του Αγίου Κωνσταντίνου, το οποίο γέμιζε από χαρούμενες οικογένειες και ερωτευμένους. Ελάχιστα λεωφορεία έφταναν ως εδώ, μα ο οικισμός μας, για όσους τον είχαν ανακαλύψει, ήταν όαση γαλήνης.
Ύστερα ήρθαν οι Γερμανοί, οι βόμβες τους γκρέμισαν το εκκλησάκι μας, ο τόπος ερήμωσε, μείναμε μοναχά οι μόνιμοι κάτοικοι. Πολλά σπίτια επιτάχθηκαν, όχι το δικό μου ευτυχώς. Ποιος μεγαλωμένος στις βερολινέζικες σάλες θα ήθελε τρία ταπεινά δωμάτια που δώδεκα μήνες τον χρόνο βρέχονται απ’ το κύμα; Το σπίτι μου μοιάζει με γιγαντιαίο φθαρμένο βότσαλο, έτσι όπως στέκει απομονωμένο στην ακροθαλασσιά. Βρίσκεται ακριβώς στην είσοδο του οικισμού από τη μεριά του Φαλήρου, είναι το πρώτο μετά την γκρίζα ταμπέλα που γράφει «Γλυφάδα». Ωστόσο με δυσκολία το διακρίνει κανείς ερχόμενος με αυτοκίνητο. Το κρύβουν τα επτά πελώρια πεύκα που ορθώνονται σφιχταγκαλιασμένα πάνω από το περιβολάκι μου και κατά μήκος του χωμάτινου δρόμου. Άλλο δέντρο δεν υπάρχει σε ακτίνα διακοσίων μέτρων, μόνο χωράφια και έρημες ακτές, ακόμη λοιπόν το περιγράφουν κάποιοι σαν «Το σπίτι κοντά στα επτά πεύκα». Ναι, σε αυτό το σπίτι συνεχίζω να κατοικώ. Έχω τα επτά πεύκα, τις κολοκυθιές και τις ντοματιές μου, τον παφλασμό της θάλασσας και τα όνειρα που τρέφει η μοναξιά μου. Κι έτσι δε μου λείπει σχεδόν τίποτα. Γιατί μου λείπει κάτι.