ΠΕΝΤΕ ΜΗΝΕΣ ΑΡΓΟΤΕΡΑ
Η Άιρις έτρεχε μες στη βροχή με ένα σπασμένο τακούνι και τη φθαρμένη καμπαρντίνα της. Το στήθος της φούσκωνε από την ελπίδα, που της έδινε σβελτάδα και τύχη καθώς διέσχιζε τις ράγες του τραμ στο κέντρο. Περίμενε αυτή τη μέρα εδώ και εβδομάδες και ήξερε ότι ήταν έτοιμη. Κι ας ήταν μούσκεμα, πεινασμένη, και με σπασμένο τακούνι. Το πρώτο τσίμπημα ανησυχίας το ένιωσε όταν μπήκε στον προθάλαμο. Το κτίριο ήταν παλιό, χτισμένο πριν από την ήττα των θεών. Στο ταβάνι υπήρχαν ζωγραφισμένοι μερικοί από τους νεκρούς θεούς, και παρόλο που υπήρχαν ρωγμές και το φως των χαμηλών πολυέλαιων ήταν αμυδρό, η Άιρις πάντα σήκωνε το βλέμμα και τους κοίταζε. Θεοί και θεές που χόρευαν ανάμεσα στα σύννεφα, με μακριούς χρυσοποίκιλτους μανδύες και αστέρια που έλαμπαν στα μαλλιά τους, έχοντας το βλέμμα στραμμένο κάτω. Μερικές φορές τής φαινόταν ότι αυτά τα ζωγραφιστά μάτια την παρακολουθούσαν και η Άιρις ανατρίχιαζε. Έβγαλε το χαλασμένο δεξί της παπούτσι κι έτρεξε στο ασανσέρ κουτσαίνοντας. Και μόνο που σκέφτηκε εκείνον οι σκέψεις για τους θεούς έσβησαν στο λεπτό. Ίσως η βροχή να είχε καθυστερήσει και τον Ρόμαν κι έτσι να είχε ακόμα ελπίδα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!