ΆΚΟΥΓΕ ΚΡΑΥΓΈΣ. ΣΧΕΔΌΝ όλο το βράδυ. Απόκοσμες κραυγές. Γεμάτες αγωνία, πόνο, φρίκη και οδύνη. Έρχονταν μαζί με τον αέρα και χόρευαν με τα κλαδιά της γέρικης και ολόγυμνης πια φλαμουριάς έξω από το παράθυρό της. Είχε προσπαθήσει να σκεπάσει το κεφάλι της με το μαξιλάρι, να βουλώσει κάπως τα αυτιά της, δεν τα είχε όμως καταφέρει. Οι φωνές, τα βογκητά, καθώς και οι κατάρες και τα παρακαλετά που αυτή αναγνώριζε ξεκάθαρα στα βίαια εκείνα μουγκρητά είχαν τρυπώσει πια μέσα στον εγκέφαλό της και είχαν καταλύσει το είναι της. Σε λίγο θα ξημέρωνε κι εκείνη δεν είχε κλείσει μάτι. Δίπλα της κοιμόταν ο άντρας της, ήρεμος και μακάριος, σαν να μην τον αφορούσε όλο αυτό το κακό, ακροβατώντας στην άκρη του στενού τους κρεβατιού, όπως έκανε πάντα από τότε που άρχισε η κοιλιά της να φουσκώνει. «Φοβάμαι μη σε χτυπήσω άθελά μου τη νύχτα…» της έλεγε κάθε φορά που αυτή τον παρακαλούσε να πάει πιο κοντά της, τουρτουρίζοντας από το κρύο στα παγωμένα από την υγρασία σεντόνια. Δεν ήταν αυτός ο λόγος. Το ήξερε. Και όσο μεγάλωνε η κοιλιά της μαζί με το έμβρυο που κυοφορούσε, τόσο μεγάλωνε και η απόσταση μεταξύ τους. Δεν ήταν όμως ώρα τώρα για τέτοιες σκέψεις. Προείχαν άλλες. Πιο μαύρες και πιο τρομακτικές.
Σηκώθηκε προσεκτικά και απέφυγε το σανίδι που ήξερε πως έτριζε με την παραμικρή επαφή. Δεν ήθελε να τον ξυπνήσει. Στις αρχές της σχέσης τους εκείνος έβρισκε χαριτωμένη την έντονη φαντασία της, τώρα πια συνήθιζε να την κοιτάζει απαξιωτικά κάθε φορά που εκείνη του αποκάλυπτε κάτι από αυτά που διαισθανόταν. Και είχε αυξηθεί αυτή η ικανότητά της –έκτη αίσθηση την ονόμαζε η γιαγιά της, από την οποία δήθεν την είχε κληρονομήσει– με την εγκυμοσύνη. Η Ελίζα ένιωθε και έβλεπε πράγματα που άλλοι δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν. Όχι μεταφυσικά, προς Θεού, δεν το είχε χάσει ακόμα, κι ας αναγνώριζε συχνά στο βλέμμα του άντρα της, του Τομά, αυτή ακριβώς την πεποίθηση. Όχι. Η δική της «ευαισθησία» αφορούσε καταστάσεις και συναισθήματα απολύτως υπαρκτά και αληθινά, πράγματα απτά, που ήταν εκεί, μπροστά στα μάτια όλων, και που στην ουσία οι πάντες θα μπορούσαν να «δουν», να αφουγκραστούν ίσως, αν δεν ήταν τόσο απασχολημένοι με τον εαυτό τους και τον προσωπικό τους μικρόκοσμο. Καταστάσεις και πράγματα σαν αυτές τις κραυγές.