«Όχι πάλι! Όχι πάλι, Παναγιά μου!» Δεν το φωνάζει το στόμα μου, η ψυχή μου το ουρλιάζει καθώς τρέχω με το χέρι σηκωμένο για να σφαλίζει τα ξεραμένα χείλη και τα δόντια μου που κροταλίζουν. Νομίζω πως τα σωθικά μου ανακατεύονται, χολή θαρρώ πως θα βγάλω, πικρή χολή σαν κι αυτή που γεύομαι κοντά ένα μήνα τώρα, από τότε που άρχισε η εισβολή. Τα πόδια μου βροντούν με πάταγο απάνω στα μωσαϊκά καθώς τρέχω, σάμπως για να γαντζωθούν και να με κρατήσουν ορθή, στ’ αλήθεια δεν ξέρω πώς βαστιέμαι και δε σωριάζομαι στον μακρύ διάδρομο. Δεξιά κι αριστερά μου πόρτες, άλλες κλειστές κι άλλες μισάνοιχτες, ούτε που θυμάμαι πόσες φορές τις έχω διαβεί, πότε με αγωνία, πότε με άχθος, πότε με θλίψη, μα τώρα δε σταματώ σε καμία, δεν μπορώ. Βόγκοι πόνου ακούγονται από κάποιες, νεκρική σιγή σε άλλες, μυρωδιά βρόμικου αίματος, άρρωστων χνότων και μπαγιάτικων απολυμαντικών απ’ άκρη σ’ άκρη, πνιγμονή μού φέρνουν, λιποθυμιά. «Όχι πάλι… Όχι…» Αυτό ψελλίζω ξανά και ξανά, σάμπως και η επαναλαμβανόμενη άρνησή μου μπορεί να πάρει απ’ τους ώμους μας τον σταυρό του μαρτυρίου που θα φορτωθούμε δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες. «Μέχρι κι ο Υιός Σου μια φορά μονάχα τον σήκωσε, Παναγία μου. Εμείς γιατί…;»
Ανοιγοκλείνω με βιάση τα βλέφαρά μου καθώς συνέρχομαι απ’ το χτύπημα. Το πρώτο που νιώθω δίπλα μου, τα τρία αγόρια μου, ολάκερη η ζωή μου.
«Μαμά…»
«Μανούλα…»
Δυο φορές. Δυο φωνές. Λαθεύω. Θεέ μου, λαθεύω. Δεν είναι ολάκερη η ζωή μου. Είναι λειψή. Μια φωνή λιγότερη. Μια ζωή λιγότερη.
«Πού;» ουρλιάζω κι η ψυχή μου σκίζεται. «Πού είναι ο άλλος γιος μου;»
ΚΥΠΡΟΣ θαλασσοφίλητη, λιόχαρη. Μα δουλωμένη στους αποικιοκράτες. Όταν σημαίνει η ώρα, ο λαός της σηκώνεται ορθός, μόνος, ενάντια σε μια αυτοκρατορία. Πολεμάει κι ελπίζει. Πονάει και ματώνει.
Στις αγχόνες των Άγγλων πρώτα. Κι ύστερα κατάντικρυ στον Τούρκο. Τον εισβολέα που πνίγει στο αίμα το νησί, εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του ’74. Το καλοκαίρι των νεκρών, των αιχμαλώτων, των ξεριζωμένων, των χιλιάδων αγνοουμένων.
Της Μαρίτσας που απόμεινε με μια άδεια, ορphanεμένη αγκαλιά. Της Ελένης που αρνιέται να μαυροφορεθεί, γιατί δεν της παράδωσαν ένα κορμί να το μοιρολογήσει. Του Βαγοράκη που στέκει ολημερίς με τη φωτογραφία ενός χαμένου πατέρα κρεμασμένη στο άγουρο στήθος του. Του Νίκου, του Ανδρέα, του Μάρκου, εικόνες ασπρόμαυρες μπρος σ’ αναμμένα καντήλια.
Άντρες, γυναίκες, παιδιά, αδέρφια μας στην Κύπρο.
Αυτό είναι το δίκιο και το δάκρυ τους.
Αυτός είναι ο αγώνας τους.
Διάβασε ένα απόσπασμα
Κατασκευαστής
Οδηγοί Προϊόντος
- Συγγραφέας
- Θοδωρής Παπαθεοδώρου
- Εκδότης
- Ψυχογιός
- Εκδότες
- Ψυχογιός
- Είδος
- Ιστορικό Μυθιστόρημα
- Υπότιτλος
- -
- Εξώφυλλο
- Μαλακό
- Αριθμός σελίδων
- 504
- Ημερομηνία Κυκλοφορίας
- 3/2024
- Έτος έκδοσης
- 2024
- Διαστάσεις
- 14x21 cm
- ISBN-13
- 9786180155822
Σημαντική πληροφορία
Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από τις επίσημες σελίδες των προϊόντων. Επιβεβαίωσε τα στοιχεία πριν προχωρήσεις στην τελική αγορά. Εάν παρατηρήσεις κάποιο πρόβλημα μπορείς να το αναφέρεις εδώ.