Νυχτοπεταλούδες φτερούγιζαν μπροστά στα φώτα των προβολέων μου, που πέφτανε πάνω από τα μακριά χορτάρια του χαντακιού. Κρατούσα ακόμη το τιμόνι σφιχτά και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Είχα στρίψει απότομα για ν’ αποφύγω ένα ρακούν που πετάχτηκε μέσα στην ομίχλη και ντεραπάρισα σ’ ένα χαμηλό ανάχωμα στην άκρη του δρόμου. Ήμουν εντάξει. Σοκαρισμένη, αλλά εντάξει. Προσπάθησα να βάλω όπισθεν, όμως οι ρόδες μου γυρνούσαν χωρίς να γλιστράνε. Πιθανότατα είχαν κολλήσει στη λάσπη. Πφφ... Έπρεπε να είχα αγοράσει εκείνο το SUV αντί για το σεντάν. Έσβησα τη μηχανή, άναψα τ’ αλάρμ και κάλεσα την οδική βοήθεια. Μου είπαν ότι η αναμονή θα διαρκούσε περίπου μία ώρα. Τέλεια. Απλώς τέλεια. Είχα άλλες δύο ώρες διαδρομή μέχρι το σπίτι μου και τώρα ήμουν κολλημένη σ’ ένα απόμερο σημείο μεταξύ του γραφείου κηδειών στο Σένταρ Ράπιντς της Αϊόβα, απ’ όπου είχα μόλις φύγει, και του σπιτιού μου στη Μινεάπολη. Πεινούσα, έπρεπε να πάω στην τουαλέτα κι επιπλέον φορούσα ολόσωμο σπάντεξ. Ένα θεαματικό φινάλε για τη χειρότερη εβδομάδα που είχα ποτέ περάσει.
Τηλεφώνησα στην καλύτερή μου φίλη, την Μπρι. Απάντησε με το πρώτο χτύπημα. «Λοιπόν; Πώς πήγε η σκατοβδομάδα;» «Βασικά μπορώ να σου πω πώς τελείωσε», είπα ρίχνοντας πίσω το κάθισμά μου. «Μόλις έριξα το αυτοκίνητό μου σ’ ένα χαντάκι». «Άουτς. Είσαι καλά;» «Ναι». «Κάλεσες οδική βοήθεια;» «Κάλεσα. Μια ώρα αναμονή. Και φοράω σπάντεξ». Ξεφύσησε μέσα απ’ τα δόντια της. «Φοράς τα εσώρουχα του Σατανά; Δεν άλλαξες πριν φύγεις; Πρέπει να έφυγες από εκεί σαν κυνηγημένη. Πού είσαι;» με ρώτησε. Κοίταξα έξω απ’ το παρμπρίζ. «Δεν έχω ιδέα. Κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Δεν υπάρχουν καν φώτα στον δρόμο». «Το αυτοκίνητο είναι σε άσχημη κατάσταση;» «Δεν ξέρω», είπα. «Δεν έχω βγει έξω να κοιτάξω. Δε νομίζω, πάντως». Μετακινήθηκα στη θέση μου νιώθοντας εξαιρετικά άβολα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!