«ΤΟ ΔΙΑΜΈΡΙΣΜΑ ΑΥΤΌ ΕΊΝΑΙ ΜΑΓΙΚΌ», είχε σχολιάσει κάποια στιγμή η θεία Αναλέια, καθισμένη στην πολυθρόνα της, που ήταν ντυμένη με ύφασμα στο χρώμα του αυγού του κοκκινολαίμη, έχοντας τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά, με τη βοήθεια μιας σουβλερής, ασημένιας καρφίτσας. Μου είχε πει εκείνα τα λόγια έχοντας σκανταλιάρικο βλέμμα, σαν να με προκαλούσε να τη ρωτήσω τι εννοούσε. Είχα μόλις κλείσει τα οκτώ και νόμιζα ότι ήξερα τα πάντα.
Εννοείται πως το διαμέρισμα ήταν μαγικό. Η θεία μου έμενε σε ένα κτίριο το οποίο μετρούσε έναν αιώνα ύπαρξης, στο Άπερ Ιστ Σάιντ, με πέτρινα λιοντάρια στις μαρκίζες, μισοσπασμένα, γραπωμένα στις γωνίες. Τα πάντα σ’ εκείνο το διαμέρισμα ήταν μαγικά: Ο τρόπος που το φως έλουζε την κουζίνα τα πρωινά, χρυσαφένιο όπως ο κρόκος του αυγού. Ο τρόπος που το γραφείο έμοιαζε να χωρά περισσότερα βιβλία από ό,τι θα ήταν δυνατό, έτσι όπως ξεχείλιζαν από τα ράφια και στοιβάζονταν μπροστά στο παράθυρο στο βάθος, τόσο ψηλά, που σχεδόν έκρυβαν όλο το φως. Χάραζα χάρτες ξένων τόπων στον απέναντι τούβλινο τοίχο του καθιστικού. Το λουτρό, με το άψογο ψηλό παράθυρό του και το γαλακτερό τζάμι, πάνω στο οποίο απλώνονταν ουράνια τόξα, με φόντο τους γαλάζιους τοίχους και την μπανιέρα με τα περίτεχνα γαμψά πόδια, ήταν ο ιδανικός χώρος για να ζωγραφίζω. Οι νερομπογιές μου ζωντάνευαν πραγματικά εκεί, τα χρώματα έσταζαν από τα πινέλα μου καθώς φανταζόμουν μέρη μακρινά, στα οποία ποτέ δεν είχα ταξιδέψει.
Και τα βράδια, η σελήνη έμοιαζε τόσο κοντινή, έτσι όπως ξεπρόβαλλε μέσα από τα παράθυρα της κρεβατοκάμαρας της θείας μου, ώστε μπορούσα σχεδόν να την αγγίξω. Το διαμέρισμα ήταν πράγματι μαγικό. Και να προσπαθούσες να με πείσεις για το αντίθετο, δε θα τα κατάφερνες. Απλώς θεωρούσα πως η θεία μου ήταν εκείνη που το καθιστούσε μαγικό – ο τρόπος με τον οποίο ζούσε, αλέγρα και καπάτσα, έτσι που μετέδιδε εκείνη την ενέργεια σε ό,τι άγγιζε.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!