Αν ήξερα ότι απόψε θα πεθάνω, θα φόραγα πιο σέξι εσώρουχα. Ή, τουλάχιστον, θα έβαζα κάτι καλύτερο από αταίριαστες πιτζάμες με τρύπες και λεκέδες από χλωρίνη που φοράω αυτή τη στιγμή. Η μητέρα μου θα μου τα ψέλνει απ’ τον Παράδεισο και θα αναρωτιέται τι έκανε λάθος όταν με μεγάλωνε. Perdona me, Mami. Debería haberle escuchado. Κάνω τον σταυρό μου και στρέφω το περίστροφο προς τη σκιά που στέκεται στο άνοιγμα της πόρτας. Η καρδιά μου χτυπάει ξέφρενα μέσα στο στήθος μου, το κενό ανάμεσα στους χτύπους συρρικνώνεται με κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. «Θα μετρήσω μέχρι το πέντε και θα περιμένω να βγεις απ’ το σπίτι μου, μετά θα πυροβολήσω. Ένα… Δύο…» «Γαμώτο». Κάτι βαρύ πέφτει πάνω στον τοίχο και αμέσως μετά κάποιος γυρνάει τον διακόπτη, γεμίζοντας την είσοδο του σπιτιού με φως. Σφίγγω το όπλο στο χέρι μου καθώς έρχομαι αντιμέτωπη με το μοναδικό άτομο που δεν περίμενα να ξαναδώ ποτέ. Τα βλέμματά μας συναντιούνται. Τα γαλάζια μάτια του ακολουθούν τις γραμμές του προσώπου μου σαν ένα αόρατο χάδι, κάνοντάς με να αναριγήσω από θαλπωρή.
Παρά τον συναγερμό που χτυπάει μέσα στο κεφάλι μου, προειδοποιώντας με να τρέξω μακριά του, δεν μπορώ παρά να χαζέψω τον δίμετρο Κάλαχαν Κέιν. Τα πάντα πάνω του μοιάζουν τόσο οικεία, μέχρι και ο πόνος στο στήθος μου που δεν έφυγε ποτέ, ακόμα κι όταν εκείνος με εγκατέλειψε. Το χαμογελαστό πρόσωπό του. Τα σκούρα ξανθά μαλλιά του που είναι πάντα ατημέλητα, σαν να περιμένουν να τα τιθασεύσεις. Τα γαλάζια μάτια του στο χρώμα του καθαρού ουρανού που γυαλίζουν σαν την επιφάνεια της λίμνης κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού. Πάνε έξι χρόνια απ’ την τελευταία φορά που τον είδα. Έξι ατελείωτα χρόνια που με βοήθησαν να κάνω την καρδιά μου πέτρα ώστε να καταλάβω τι ακριβώς είναι η γοητεία του. Μια παγίδα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!