Μπήκε στο σπίτι κι αμέσως αφέθηκε φαρδιά πλατιά στην πολυθρόνα της. Ούτε τα παπούτσια της δεν έβγαλε, πράγμα που το συνήθιζε πάντοτε. Ο πόνος στη μέση της δεν της επέτρεπε να ανασάνει καλά καλά. Ασυναίσθητα ακούμπησε τα χέρια της πάνω στην τεράστια κοιλιά της αναζητώντας την κίνηση του μωρού της. Ήταν εκεί, σώο κι αβλαβές, το άκουσε, το ένιωσε. Όμως γιατί πονούσε τόσο; Η μαμή την είχε διαβεβαιώσει πως είχε τουλάχιστον ακόμα έναν μήνα για τη γέννα. Η ίδια φυσικά της είχε πει να σταματήσει τη δουλειά, αλλά η Κλάρα δεν της έδωσε καμιά σημασία. Και στα δυο προηγούμενα παιδιά της δούλευε μέχρι την τελευταία στιγμή κι όλα είχαν πάει μια χαρά. Έπλενε, σκούπιζε, σιδέρωνε, τα πάντα έκανε. Ίσως λίγο πιο αργά από το συνηθισμένο της, αλλά και πάλι ήταν αποτελεσματική. Οι κυρίες που την είχαν στη δούλεψή τους δεν την άλλαζαν με καμιά.
Δεν ήταν μόνο η ανάγκη της οικογένειας για τα χρήματα, που σαφώς ήταν επιτακτική. Ο άντρας της ο Πάτρικ δούλευε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Ζυρίχης, στην έκδοση των εισιτηρίων, κι όσο κι αν ο μισθός του θεωρούνταν αξιοπρεπής για τα δεδομένα της εποχής, σαφώς δεν επαρκούσε για να ταΐσει τέσσερα στόματα και να καλύψει όλες τις υπόλοιπες ανάγκες της οικογένειας. Η Κλάρα την απολάμβανε τη δουλειά της, δε βαρυγκομούσε γι’ αυτήν, δεν την έκανε μόνο για τα χρήματα. Οι φίλες της ποτέ δεν κατάλαβαν πώς είναι δυνατόν να αρέσει σε κάποιον να είναι υπηρέτης. Γιατί υπηρέτρια ήταν η Κλάρα. Υπηρετούσε τους πλούσιους ανθρώπους, τους ευνοούμενους της ζωής, τους τυχερούς που ζούσαν στην άλλη πλευρά της λίμνης.