Στο πρώτο μέρος ο Εμίλ Γκρόμαν φτάνει στη Σέριφο έχοντας αναλάβει την εκμετάλλευση των μεταλλείων του νησιού τα οποία λειτουργούν, κατά περιόδους, από την αρχαιότητα. Στα χρόνια που ακολουθούν, με τη συνεργασία, πολλές φορές και την προτροπή του Δρακούλη, γίνεται ο δυνάστης του νησιού, αφού οι εργάτες στα μεταλλεία εξαρτώνται αποκλειστικά από το μεροκάματό τους και δέχονται να δουλεύουν με εξευτελιστικές αμοιβές και κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Όταν ο Εμίλ Γκρόμαν πεθαίνει, την επιχείρηση αναλαμβάνει ο γιος του Γκέοργκ που είναι ακόμα πιο στυγνός επιχειρηματίας. Όσο η δουλειά και τα κέρδη μεγαλώνουν τόσο οι εργάτες αδικούνται, πολλαπλασιάζονται οι ώρες και με κάθε αφορμή μειώνονται τα μεροκάματα. Το πιο σοβαρό όμως απ’ όλα είναι πως ο Γκρόμαν, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει το κόστος λειτουργίας μειώνει και τα μέτρα ασφαλείας μέσα στις στοές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχουν συχνά ατυχήματα, συνήθως θανατηφόρα.
Ο Δρακούλης, το «δεξί χέρι» του Γκρόμαν, έχει παντρευτεί μια κοπέλα από τη Σέριφο, η οποία πεθαίνει δυο μέρες μετά τη γέννα. Λίγο καιρό μετά παραχωρεί για εκμετάλλευση τα οικογενειακά χωράφια που πήρε για προίκα και γίνεται η αφορμή να πειστούν κι άλλοι ιδιοκτήτες. Ένας ένας αρχίζουν να παραχωρούν και τα δικά τους χωράφια έναντι, τελικά, μιας θέσης εργασίας. Τα εξευτελιστικά υπεσχημένα μερίσματα δεν δίνονται όμως ποτέ στους δικαιούχους. Η μοίρα τα φέρνει έτσι και ένας έρωτας γεννιέται ανάμεσα στον εργάτη Περσέα Κονόμο, τον γιο της Κατερινέτας, της υπηρέτριας των Γκρόμαν και της Ανδρομέδας, της κόρης του Δρακούλη Ανδρεάκου. Ο οποίος βέβαια έχει μεγάλες βλέψεις για την κόρη του και προσπαθεί να την παντρέψει με τον Γκέοργκ, παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας.