Έπειτα από ένα χρόνο σκλαβιάς στα Αλατωρυχεία της Εντόουβιερ, η Σελέινα Σαρντόθιεν ήταν συνηθισμένη να οδηγείται παντού αλυσοδεμένη υπό την απειλή ξίφους. Οι περισσότεροι από τους χιλιάδες σκλάβους στην Εντόουβιερ την ίδια αντιμετώπιση είχαν, αν και τη Σελέινα τη συνόδευε πάντα μισή επιπλέον ντουζίνα φρουρών, από και προς τα ορυχεία. Ήταν αναμενόμενο αυτό, μιας κι είχαν να κάνουν με την πλέον διαβόητη ασασίνο της Άνταρλιν. Αυτό που δεν περίμενε κανονικά η Σελέινα, όμως, ήταν η παρουσία ενός κουκουλοφόρου μαυροντυμένου άντρα στο πλευρό της, όπως συνέβαινε αυτή τη στιγμή. Ο άντρας τη βαστούσε γερά από το μπράτσο, καθώς την οδηγούσε στους χώρους του λαμπερού κτιρίου όπου στεγάζονταν οι περισσότεροι αξιωματούχοι και επόπτες της Εντόουβιερ. Προχωρούσαν με γοργό βήμα σε διαδρόμους, ανεβοκατέβαιναν σκάλες και άλλαζαν τόσο συχνά κατεύθυνση, ώστε τελικά η Σελέινα να μην έχει την παραμικρή πιθανότητα να βρει μόνη της την έξοδο.
Τουλάχιστον αυτή ήταν η πρόθεση του συνοδού της, καθώς εκείνης δεν της είχε διαφύγει το γεγονός ότι είχαν ανεβοκατέβει την ίδια σκάλα μέσα σε διάστημα λίγων λεπτών. Ούτε παρέβλεψε πως άλλαζαν κατεύθυνση όπως διέσχιζαν τα διάφορα επίπεδα, παρότι το κτίριο είχε μια τυπική διάταξη, αποτελούμενο, όπως ήταν, από διαδρόμους και κλιμακοστάσια. Λες και υπήρχε περίπτωση να χάσει τον προσανατολισμό της τόσο εύκολα. Αν δεν ήταν φανερό ότι ο κουκουλοφόρος προσπαθούσε σκληρά, η Σελέινα μπορεί να αισθανόταν και προσβεβλημένη. Βρέθηκαν σε έναν ιδιαίτερα μακρύ διάδρομο, όπου επικρατούσε ησυχία, με μόνη εξαίρεση τον ήχο των βημάτων τους. Παρότι ο άντρας που την έσφιγγε από το μπράτσο ήταν ψηλός και γεροδεμένος, η Σελέινα δεν μπορούσε να διακρίνει το παραμικρό από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του έτσι όπως το σκέπαζε η κουκούλα.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!