Δε θυμάμαι ακριβώς πότε άρχισα να νιώθω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ εμένα. Υποψιάζομαι ότι αυτό το συναίσθημα βρισκόταν εκεί για αρκετό καιρό. Η μαμά μου μού λέει ότι ήμουν πολύ βολικό μωρό – τον περισσότερο καιρό απολύτως ευχαριστημένο και ήρεμο. Αναρωτιόταν γιατί γινόταν όλος αυτός ο πανικός με την ανατροφή των παιδιών. Έμαθα να μιλάω και από τότε δε σταμάτησα να μιλάω. Το αγαπημένο μου πράγμα ήταν να ρωτάω τους παππούδες και τις γιαγιάδες μου σχεδόν για τα πάντα. Λάτρευα τα παλιά σκληρόδετα βιβλία τους, τα οποία έπαιρναν από τα ράφια για να απαντήσουν στις άπειρες ερωτήσεις μου. Είχα μια πλούσια εσωτερική ζωή· διηγούμουν στον εαυτό μου ιστορίες που βασίζονταν σε περίπλοκους εσωτερικούς κόσμους, με φανταστικά πρόσωπα, μέρη και γεγονότα που αλληλεπικαλύπτονταν και αναπτύσσονταν όλον αυτόν τον καιρό της ονειροπόλησης. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου το μυαλό μου ήταν ένας ιερός χώρος στον οποίο μου άρεσε να κατοικώ. Πώς άλλαξαν όμως τα πράγματα;
Όσο περισσότερα έβλεπα γύρω μου, όσο περισσότερες νέες εμπειρίες ζούσα τόσο περισσότερο επιφυλακτική και φοβισμένη γίνονταν. Αυτά τα συναισθήματα εντάθηκαν στο σχολείο. Τα περισσότερα παιδιά έμοιαζαν ανέμελα από ανησυχίες, όμως εγώ ήμουν πολύ αγχωμένη ακόμα και για να σκαρφαλώσω στα δέντρα μαζί τους. Συχνά έκλαιγα σιωπηλά κατά τη διάρκεια των Μαθηματικών της τρίτης γιατί δεν καταλάβαινα τίποτα. Εκεί είχα και την πρώτη ρινορραγία· έκρυψα το πρόσωπό μου μέσα στα χέρια μου γιατί ντρεπόμουν πολύ να τραβήξω την προσοχή των άλλων πάνω μου. Όταν η δασκάλα μού ζήτησε να κατεβάσω τα χέρια μου, παχύρρευστο αίμα είχε απλωθεί στο πρόσωπο και στις παλάμες μου. Ένιωσα πολύ μεγάλη ντροπή. Αργότερα διαγνώστηκα με δυσαριθμησία, μια μαθησιακή δυσκολία που κάνει την κατανόηση των αριθμών πολύ δύσκολη, αλλά και με ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας) που κάνει τη συγκέντρωση αρκετά δύσκολη, εκτός αν σε ενδιαφέρει το εκάστοτε θέμα.