Το Jealousy Bar ήταν σχεδόν άδειο, κι όμως ήταν δύσκολο ν’ αναπνεύσει κανείς. Ο Μεχμέτ Καλάκ παρατήρησε τον άνδρα και τη γυναίκα που κάθονταν στο μπαρ μπροστά του, καθώς τους σέρβιρε κρασί. Πελάτες τέσσερις. Ο τρίτος ήταν ένας τύπος που καθόταν μόνος του σ’ ένα τραπέζι πίνοντας μπίρα με μικρές γουλιές. Από τον τέταρτο διακρίνονταν μόνο ένα ζευγάρι καουμπόικες μπότες και το σκοτάδι γύρω από τον απόμερο πάγκο του, που φωτιζόταν πού και πού από την οθόνη ενός κινητού. Πελάτες τέσσερις, Σεπτέμβρης μήνας, έντεκα και μισή το βράδυ, στην καλύτερη περιοχή της Γκρουνερλέκα: χάλια μαύρα· δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση. Καμιά φορά αναρωτιόταν τι στο καλό τον έκανε να παραιτηθεί από τη θέση του μάνατζερ στο πιο μοδάτο ξενοδοχείο της πόλης και ν’ αποκτήσει αυτό το ερειπωμένο μπαρ, συμπεριλαμβανομένων των αλκοολικών πελατών του. Ίσως επειδή νόμιζε πως, ανεβάζοντας τις τιμές στα ύψη, θα ξεφορτωνόταν την παλιά πελατεία και θα τραβούσε τα νέα φιντάνια της γειτονιάς, που το φυσούσαν το παραδάκι και δεν κουβαλούσαν στις πλάτες τους προβλήματα.
Ίσως επειδή χρειαζόταν να σκιστεί στη δουλειά για να ξεχάσει τον χωρισμό απ’ την κοπέλα του. Ίσως επειδή η προσφορά του τοκογλύφου Ντάνιαλ Μπανκς ακούστηκε δελεαστική όταν η τράπεζα απέρριψε την αίτηση του Μεχμέτ για δάνειο. Ή ίσως να ήταν το πιο απλό απ’ όλα: ότι στο Jealousy Bar τη μουσική τη διάλεγε αυτός κι όχι κάποιος μαλάκας διευθυντής που ήξερε μόνο έναν ήχο: το πλινκ της ταμειακής μηχανής. Την παλιά πελατεία κατάφερε να τη διώξει· πήγαν και πάρκαραν τους πισινούς τους σ’ ένα πολύ φτηνότερο μπαρ, τρία τετράγωνα πιο πέρα. Αλλά είχε αποδειχθεί πολύ δύσκολο να τραβήξει καινούργιους θαμώνες. Ίσως έπρεπε να ξανασκεφτεί το όλο στήσιμο του μαγαζιού. Ίσως το ένα και μοναδικό κανάλι, που έπαιζε μόνο τουρκικό ποδόσφαιρο, να μην ήταν αρκετό για να χαρακτηριστεί sportsbar.