Ο Στίβεν σήκωσε τον γιακά του παλτού του, καθώς προχωρούσε με γοργό βήμα στην αποβάθρα. Ένα παχύ στρώμα ομίχλης σκέπαζε τον σταθμό. Οι πελώριες ατμομηχανές σφύριζαν μακρόσυρτα, απλώνοντας σύννεφα ατμού στην παγερή ατμόσφαιρα. Τα πάντα ήταν λερά, καλυμμένα από την κάπνα. Τι απαίσια χώρα… τι απαίσια πόλη! αναλογίστηκε με αποστροφή ο Στίβεν. Ο αρχικός ενθουσιασμός του για το Λονδίνο, τα καταστήματά του, τα εστιατόριά του, τις καλοντυμένες, γοητευτικές γυναίκες του είχε ξεθωριάσει. Πλέον στα μάτια του η πόλη φάνταζε σαν ένα λαμπερό πετράδι καρφωμένο σε κάποιο θλιβερό πλαίσιο. Μακάρι να βρισκόταν πίσω στη Νότια Αφρική τώρα… Ένιωσε ένα σφίξιμο από τη νοσταλγία για τον τόπο του· τον ήλιο, τον γαλανό ουρανό, τους ολάνθιστους κήπους… εκείνους τους θάμνους τους κατάφορτους με μπλε γιασεμιά, τις περικοκλάδες που σκαρφάλωναν σε κάθε καλύβι. Κι εδώ… βρομιά, λέρα και απέραντα πλήθη που κινούνταν, βιάζονταν, διαγκωνίζονταν. Αεικίνητα μυρμήγκια που πηγαινοέρχονταν εργατικά ολόγυρα στη μυρμηγκοφωλιά τους. Μακάρι να μην είχα έρθει, σκέφτηκε προς στιγμήν. Τότε θυμήθηκε τον σκοπό του· τα χείλη του σφίχτηκαν αποφασιστικά, σχηματίζοντας μια ευθεία γραμμή. Όχι, που να πάρει ο διάολος, δε θα έκανε πίσω! Χρόνια σχεδίαζε αυτή τη στιγμή.
Χρόνια σκόπευε να κάνει αυτό που ετοιμαζόταν να κάνει. Ναι, θα προχωρούσε κανονικά! Εκείνος ο στιγμιαίος δισταγμός, εκείνη η απρόσμενη αμφισβήτηση του εαυτού του, Γιατί; Αξίζει τον κόπο; Γιατί αυτή η εμμονή στο παρελθόν; Γιατί δεν είναι προτιμότερη η λήθη;, όλα αυτά δεν ήταν παρά εκφάνσεις αδυναμίας. Δεν ήταν κανένα αγοράκι να αλλάζει κατεύθυνση και πορεία από τα τερτίπια μιας στιγμής. Ήταν άνδρας σαράντα ετών, μυαλωμένος και σίγουρος για τον εαυτό του. Θα προχωρούσε κανονικά. Θα έκανε αυτό που είχε έρθει να κάνει στην Αγγλία. Επιβιβάστηκε στο τρένο και προχώρησε στον διάδρομο του βαγονιού αναζητώντας μια θέση. Είχε απομακρύνει με ένα νεύμα έναν αχθοφόρο που έκανε να τον πλησιάσει, και κουβαλούσε ο ίδιος τη βαλίτσα του από ακατέργαστο δέρμα. Έστρεφε το βλέμμα του στις διαδοχικές καμπίνες. Το τρένο ήταν γεμάτο. Απέμεναν μόλις τρεις μέρες ως τα Χριστούγεννα. Ο Στίβεν Φαρ κοιτούσε δυσαρεστημένος τα κατάμεστα βαγόνια.