Η ώρα πλησίαζε πέντε, ένα χειμωνιάτικο πρωινό στη Συρία. Στην αποβάθρα στο Χαλέπι έστεκε το τρένο που στους σιδηροδρομικούς οδηγούς περιγραφόταν με στομφώδη τρόπο ως Εξπρές του Ταύρου. Αποτελούνταν από ένα βαγόνι κουζίνα και τραπεζαρία, ένα βαγόνι με κουκέτες και δύο απλά βαγόνια επιβατών. Δίπλα στο σκαλοπάτι που οδηγούσε στο βαγόνι με τις κουκέτες στεκόταν ένας νεαρός Γάλλος υπολοχαγός, ένστολος και εντυπωσιακός, ο οποίος συζητούσε με έναν βραχύσωμο, αδύνατο άνδρα, φασκιωμένο με ένα κασκόλ, από τον οποίο τίποτε δε διακρινόταν πέρα από την άκρη μιας κατακόκκινης μύτης και τις δύο απολήξεις ενός μουστακιού στριμμένου προς τα πάνω. Το κρύο ήταν τσουχτερό και αυτό το καθήκον τού κατευόδιου ενός διακεκριμένου επισκέπτη δεν ήταν ζηλευτό, όμως ο υπολοχαγός Ντιμπόσκ εκτελούσε τον ρόλο του κατά τρόπο άψογο. Ευγενικές φράσεις αναδύονταν από τα χείλη του σε προσεγμένα γαλλικά. Όχι πως γνώριζε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο. Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, βεβαίως, όπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Τις προηγούμενες ημέρες η διάθεση του στρατηγού –του δικού του στρατηγού– είχε παρουσιάσει σταδιακή επιδείνωση.
Και έπειτα εμφανίστηκε αυτός ο άγνωστος Βέλγος και, μάλιστα, ταξίδεψε από την Αγγλία, απ’ ό,τι είχε ακουστεί. Μεσολάβησε μία εβδομάδα – μία εβδομάδα περίεργης έντασης. Στη συνέχεια, ορισμένα πράγματα συνέβησαν. Ένας υψηλά ιστάμενος αξιωματικός αυτοκτόνησε, ένας άλλος παραιτήθηκε – τα ανήσυχα πρόσωπα ξαφνικά έχασαν την ανησυχία τους, ορισμένα στρατιωτικά μέτρα προστασίας χαλάρωσαν. Και ο στρατηγός –του υπολοχαγού Ντιμπόσκ ο στρατηγός– έμοιαζε ξαφνικά δέκα χρόνια νεότερος. Ο Ντιμπόσκ έτυχε να ακούσει ένα μέρος του διαλόγου μεταξύ του προϊσταμένου του και του ξένου. «Μας σώσατε, mon cher», δήλωσε ο στρατηγός, συναισθηματικά φορτισμένος, ενώ το πελώριο λευκό μουστάκι του έτρεμε καθώς μιλούσε. «Σώσατε την τιμή του γαλλικού στρατού… και αποτρέψατε μια φοβερή αιματοχυσία! Πώς μπορώ να σας ευχαριστήσω που αποδεχθήκατε το αίτημά μου; Κάνατε τόσο ταξίδι…»