«Πρέπει να πάψεις να με κρίνεις με βάση τις ανθρώπινες αξίες», είπε ο Τζακς μιλώντας αργά. «Είμαι Μοίρα». «Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που δε θέλω να σε βλέπω. Από τότε που σε γνώρισα, η πρώτη μου αγάπη έγινε πέτρα, μετέπειτα έγινα εγώ πέτρα, μετά έγινα φυγάς, διάφορα άτομα προσπάθησαν να με δολοφονήσουν, και δηλητηρίασες τον σύζυγό μου–» «Αυτό το είπες ήδη». Η Ιβάντζελιν τον αγριοκοίταξε. Ο Τζακς αναστέναξε και έγειρε πάνω σ’ ένα κοντινό ράφι με βιβλία λες και τα συναισθήματά της δεν ήταν κάτι περισσότερο από ένα φτάρνισμα, κάτι με το οποίο ξεμπερδεύεις γρήγορα, ή το αποφεύγεις κάνοντας στην άκρη. «Δε θα απολογηθώ γι’ αυτό που είμαι. Και πολύ βολικά ξεχνάς ότι, πριν γνωριστούμε, ήσουν μια θλιμμένη ορφανή, με μια ραγισμένη καρδιά και μια κακιά θετή αδελφή. Αφότου ήρθα εγώ, ανέλαβες τη σωτηρία των ερωτευμένων της Βαλέντα, παντρεύτηκες έναν πρίγκιπα και έγινες πριγκίπισσα». «Αυτά τα πράγματα συνέβησαν επειδή εξυπηρετούσαν τα διεστραμμένα συμφέροντά σου». Η Ιβάντζελιν έβραζε από θυμό. Όλα όσα είχε κάνει για εκείνη αποσκοπούσαν στο να τη χρησιμοποιήσει για να ανοίξει την Αψίδα Βάλορι.
«Τα παιδιά φέρονται στα παιχνίδια τους καλύτερα από ό,τι φέρθηκες εσύ σ’ εμένα». Τα μάτια του Τζακς μισόκλεισαν. «Τότε γιατί δε με μαχαίρωσες, Μικρή Αλεπού; Εκείνη τη νύχτα στην κρύπτη, σου έριξα ένα μαχαίρι, και ήμουν αρκετά κοντά σου ώστε να το χρησιμοποιήσεις». Το βλέμμα του έλαμψε με μια καινούργια θυμηδία καθώς χαμήλωσε στον λαιμό της. Στο σημείο ακριβώς που είχε αγγίξει το στόμα του πριν από τρεις νύχτες. Κοκκίνισε από την ανεπιθύμητη ανάμνηση των δοντιών του και της γλώσσας του πάνω στο δέρμα της. Ο Τζακς είχε μολυνθεί με δηλητήριο βρικόλακα, και εκείνη είχε μολυνθεί με βλακεία. Είχε μείνει μαζί του εκείνη τη νύχτα για να τον κρατήσει απασχολημένο ώστε να μην τραφεί με ανθρώπινο αίμα και γίνει και ο ίδιος βρικόλακας. Δεν το είχε κάνει, αλλά αντί γι’ αυτό είχε τραφεί με τη συμπόνια της.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!