Φούσκωνε η θάλασσα κι έμοιαζε με θεριό που βρυχιόταν, και μαστίγωνε τους ανθρώπους με τα πελώρια σαν βουνά κύματά της και τους πετούσε με δύναμη στα πλαϊνά της βάρκας, ένα καρυδότσουφλο που κείτονταν ανήμπορο στο νερό κι υπέφερε ώρες τώρα, έτοιμο να διαλυθεί από το καραντί. Κραύγαζε απελπισμένος ο κόσμος μέσα, φοβισμένος, τρομοκρατημένος, πανικόβλητος, βρεγμένος ως τα κόκαλο κι ως τα τρίσβαθα της ψυχής. Όλοι υγροί ως το μεδούλι κι όλα τα υγρά στο πρόσωπο και στα λερά ρούχα τους· νερά, εμετοί, μύξες, όλα ένα πάνω τους, μια μάσκα τρόμου και αγωνίας και απελπισίας και ανημποριάς, με τη ζωή τους να τρεμοπαίζει κάθε δευτερόλεπτο. Αλλά δεν ήταν αυτό το μόνο μαρτύριο που προσπαθούσαν να συνηθίσουν τις τελευταίες ώρες. Όχι δηλαδή ότι συνηθίζεται, αλλά ήταν τόσα αυτά που έπρεπε να αντιμετωπίσουν σ’ αυτή την κολασμένη διαδρομή. Πέρα από τη ζάλη που τους έφερνε το κύμα και το παγωμένο νερό, το οποίο περόνιαζε πρόσωπα και κορμιά, ο αέρας ήταν ακόμα ένας μεγάλος εχθρός, σπαθί πάνω από τα κεφάλια τους.
Παράλια της Μυτιλήνης, εκεί όπου το θεριό, η θάλασσα, καταπίνει ανθρώπους σκορπώντας πένθος και πόνο. Ο Ασκάν, γιατρός από το Ιράν, καταφέρνει να βγει στα βράχια από τα άγρια κύματα, έχοντας δει τη μητέρα και την αδελφή του να πνίγονται. Η ζωή τον διαλύει και του επιφυλάσσει κι άλλα δεινά. Βλέπει ανθρώπους να τον αντιμετωπίζουν σαν μίασμα, ένα σκουπίδι που πρέπει να πεταχτεί. Η Ευρυδίκη, δασκάλα στις δομές προσφύγων, του δείχνει ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, στηρίζοντας της γης τους κολασμένους. Ο πατέρας της, ένας αρτηριοσκληρωτικός συνταγματάρχης, τη διώχνει από το σπίτι θεωρώντας ότι τον διασύρει με τη στάση της! Τότε η ζωή σκηνοθετεί μια ιστορία που θα έκανε και τους πιο ασυγκίνητους να λυγίσουν.
Ένα θρίλερ, ένα μυστήριο με δύο δολοφονίες και δίπλα δίπλα η ψυχή, η ανθρωπιά, η απανθρωπιά, η αχαριστία, η δικαίωση, ο θρίαμβος της ζωής, με φόντο το νησί του Αρχάγγελου, της Σαπφούς, του Ελύτη, του Μυριβήλη, του Θεόφιλου.
ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΑΡΩΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, ΠΟΥ ΣΑΝ ΤΗΝ ΑΛΜΥΡΑ ΛΕΙΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΙΟ ΚΟΦΤΕΡΑ ΒΡΑΧΙΑ.
Διάβασε ένα απόσπασμα
Φούσκωνε η θάλασσα κι έμοιαζε με θεριό που βρυχιόταν, και μαστίγωνε τους ανθρώπους με τα πελώρια σαν βουνά κύματά της και τους πετούσε με δύναμη στα πλαϊνά της βάρκας, ένα καρυδότσουφλο που κείτονταν ανήμπορο στο νερό κι υπέφερε ώρες τώρα, έτοιμο να διαλυθεί από το καραντί. Κραύγαζε απελπισμένος ο κόσμος μέσα, φοβισμένος, τρομοκρατημένος, πανικόβλητος, βρεγμένος ως τα κόκαλο κι ως τα τρίσβαθα της ψυχής. Όλοι υγροί ως το μεδούλι κι όλα τα υγρά στο πρόσωπο και στα λερά ρούχα τους· νερά, εμετοί, μύξες, όλα ένα πάνω τους, μια μάσκα τρόμου και αγωνίας και απελπισίας και ανημποριάς, με τη ζωή τους να τρεμοπαίζει κάθε δευτερόλεπτο. Αλλά δεν ήταν αυτό το μόνο μαρτύριο που προσπαθούσαν να συνηθίσουν τις τελευταίες ώρες. Όχι δηλαδή ότι συνηθίζεται, αλλά ήταν τόσα αυτά που έπρεπε να αντιμετωπίσουν σ’ αυτή την κολασμένη διαδρομή. Πέρα από τη ζάλη που τους έφερνε το κύμα και το παγωμένο νερό, το οποίο περόνιαζε πρόσωπα και κορμιά, ο αέρας ήταν ακόμα ένας μεγάλος εχθρός, σπαθί πάνω από τα κεφάλια τους.
Κατασκευαστής
Οδηγοί Προϊόντος
- Συγγραφέας
- Μένιος Σακελλαρόπουλος
- Εκδότης
- Ψυχογιός
- Είδος
- Ερωτικό-Αισθηματικό, Κοινωνικό
- Εξώφυλλο
- Μαλακό
- Αριθμός σελίδων
- 416
- Ημερομηνία Κυκλοφορίας
- 10/2023
- Έτος έκδοσης
- 2023
- Διαστάσεις
- 14x21 cm
- ISBN-13
- 9786180152067
Σημαντική πληροφορία
Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από τις επίσημες σελίδες των προϊόντων. Επιβεβαίωσε τα στοιχεία πριν προχωρήσεις στην τελική αγορά. Εάν παρατηρήσεις κάποιο πρόβλημα μπορείς να το αναφέρεις εδώ.