Ο άνεμος άλλαξε ξαφνικά κατεύθυνση και μια κηλίδα από λάδι μηχανής άρχισε ν’ απλώνεται σιγά σιγά στο κατάστρωμα. H ενοχλητική μυρωδιά του μηχανέλαιου πλημμύρισε τα ρουθούνια της Ντίσα κι εκείνη σήκωσε τον γιακά του μάλλινου πουλόβερ της σκεπάζοντας το πρόσωπό της. Το ευχάριστο άρωμα του απορρυπαντικού για μάλλινα και ευαίσθητα ρούχα νίκησε μεμιάς τις τοξικές αναθυμιάσεις της μηχανής. Ο Φρίκι, ο ιδιοκτήτης της βάρκας, και η Ρόουσα, η κόρη της, δεν έμοιαζαν να ενοχλούνται τόσο πολύ από τον μολυσμένο αέρα που ανέπνεαν. Στέκονταν κι οι δυο ακουμπισμένοι στην κουπαστή με το βλέμμα τους συγκεντρωμένο στα δίχτυα. Ήταν πολύ περίεργοι να δουν επιτέλους τι ψάρια θα έπιαναν. Αντίθετα, η Ντίσα προτίμησε να καθίσει κοντά στην τιμονιέρα. Με την πλάτη της προσπαθούσε να βρει ένα μικρό τειχίο για να στηριχτεί. Έκανε μεγάλες προσπάθειες να πείσει τον εαυτό της ότι η θέση που είχε διαλέξει δεν είχε να κάνει με τη φοβία της για τη θάλασσα και τον διαρκή τρόμο της να μην πνιγεί. Έτσι πίστευε πως θα έβγαζε ψεύτη τον Φρίκι που πρώτος είχε προσέξει τον φόβο στα μάτια της.
Εκείνος βέβαια δεν την πίστεψε. Κάθε τόσο έριχνε κλεφτές ματιές προς το μέρος της ανήσυχος. Αντίθετα, η Ρόουσα έμοιαζε ατρόμητη. Ήταν ακόμη πολύ μικρή για ν’ αφήνει τους φόβους να πνίγουν τη λαχτάρα της για περιπέτεια. Έτσι κι εκείνοι την επισκέπτονταν σπάνια. Στην ηλικία της η Ντίσα ήταν σαν την κόρη της. Όμως είχαν περάσει πια πολλά χρόνια από τότε κι εκείνη η παλιά, παιδική ανεμελιά της είχε δώσει τη θέση της σ’ ένα σωρό άγχη. Έτσι, αντί να ζει απολαμβάνοντας τη στιγμή, αντί να νιώθει στα χείλη της την αλμύρα και τον αέρα στα μαλλιά της, ο νους της τριγύριζε συνέχεια στα παγωμένα βάθη της θάλασσας. Η Ντίσα προσπάθησε για μια στιγμή να διώξει τις σκέψεις της μακριά από εκείνο τον σκοτεινό, υγρό τάφο. Ύστερα από όσα είχαν περάσει, η μοίρα έπρεπε να τους δείξει έλεος.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!