Το χιόνι έπεφτε σε αραιές, αραχνοΰφαντες νιφάδες, που έλιωναν αμέσως μόλις έσμιγαν με το υγρό λιθόστρωτο μονοπάτι. Οι δύο φιγούρες, σφιχταγκαλιασμένες, φαίνονταν σαν να χόρευαν στον σιωπηλό ρυθμό της χιονόπτωσης. Πνιχτά βογκητά και βαριές ανάσες συνόδευαν τις σπασμωδικές κινήσεις τους. Από το φωτισμένο σπίτι στο βάθος του κήπου, έφτανε σαν από άλλον κόσμο ο ήχος της γιορτινής μουσικής. Θα ήταν μάταιο να φωνάξει. Στο σπίτι δεν είχαν ακούσει καν τον πυροβολισμό. Τα κλειστά παράθυρα και η δυνατή μουσική είχαν φροντίσει γι’ αυτό. Δεν υπήρχε η παραμικρή ελπίδα να ακούσουν μια κραυγή που θα καλούσε σε βοήθεια. Ο Ορέστης Ερμείδης ήταν σίγουρα νεκρός. Τον είχε δει να πέφτει με το κεφάλι διαλυμένο από τη σφαίρα. Για λίγο είχε παγώσει. Ύστερα με βήματα βαριά, σαν να περπατούσε μέσα σε νερό, άρχισε να ακολουθεί τον φονιά του που απομακρυνόταν. Δεν κατάλαβε πότε άρχισε να τρέχει. Ούτε πώς έγινε και όρμησε πάνω του.
Πάλεψαν με το όπλο του φόνου ανάμεσά τους. Το γράπωσαν και οι δύο με όλη τους τη δύναμη. Αγωνίστηκαν να το αποσπάσουν. Τα δευτερόλεπτα, σαν εναρμονισμένα με τις νωχελικές χιονονιφάδες, κυλούσαν αργά. Κι ύστερα εκείνος ο τρομακτικός κρότος και ο χρόνος επιταχύνθηκε. Το όπλο ανάμεσα στα δύο κορμιά είχε εκπυρσοκροτήσει. Για λίγο δε σάλεψε κανείς τους. Σαν να περίμεναν με κομμένη την ανάσα την ετυμηγορία ενός ανελέητου δικαστή. Μια στιγμή μετά, τα χέρια του Αργύρη Γιαννόπουλου παρέλυσαν. Έπεσε στα γόνατα. Το σώμα του έγειρε. Ξεψύχησε πριν το πρόσωπό του αγγίξει το κρύο στρώμα του χιονιού.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!