Ο Τζον Ρέμπους είχε βρεθεί στο δικαστήριο πολλές φορές, αλλά αυτή ήταν η πρώτη του φορά στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Όσο γινόταν η ανάγνωση του κατηγορητηρίου για χάρη των ενόρκων, ο Ρέμπους κοιτούσε τον χώρο γύρω του. Η ζωή δεν είχε επανέλθει ακόμη στο φυσιολογικό μετά τον κόβιντ. Εκτός από τον δικαστή και τον Ρέμπους, όλοι οι άλλοι φορούσαν μάσκα και υπήρχαν παντού κάμερες και οθόνες. Οι ένορκοι στεγάζονταν αλλού, σ’ έναν κινηματογράφο στη Λόδιαν Ρόουντ, ως μέτρο υγειονομικής πρόληψης. Μπορούσε να τους δει μέσω μιας από τις μεγάλες οθόνες, όπως μπορούσαν να τον δουν κι αυτοί.
Προσπάθησε να θυμηθεί την πρώτη φορά που είχε καταθέσει ως μάρτυρας σε δίκη, αλλά δεν μπορούσε. Θα πρέπει να ήταν τη δεκαετία του ’70, σχεδόν πριν από μισό αιώνα. Οι δικηγόροι, οι δικαστικοί γραμματείς και ο δικαστής πιθανότατα είχαν την ίδια εμφάνιση. Σήμερα ο Ρέμπους περιστοιχιζόταν από δύο ένστολους, όπως γινόταν και τότε. Μια φορά που ήταν στο έδρανο του μάρτυρα, ο κατηγορούμενος είχε δοκιμάσει να πεταχτεί από το εδώλιο για να τον χτυπήσει και ένας από τους φρουρούς τον είχε σύρει πίσω. Πώς ήταν το όνομα του κατηγορούμενου; Κοντός κι αδύνατος, με σγουρά μαλλιά. Άρχιζε από Μ, ίσως. Αχ, άραγε η μνήμη όλων των ανθρώπων αρχίζει να χάνεται σταδιακά; Δεν ήταν μόνο η δική του, ε; Αυτό είχε σχέση με την ηλικία, όπως η ΧΑΠ, που σήμαινε ότι του επέτρεπαν να έχει στην τσέπη του μια συσκευή για εισπνοές μαζί με την προστατευτική μάσκα του.
Αναρωτήθηκε τι να έκανε ο σκύλος του. Η κόρη του, η Σαμάνθα, είχε πάρει τον Μπρίλο στο σπίτι της. Η εγγονή του Ρέμπους λάτρευε τον ημίαιμο. Χαιρόταν που η παρουσία κοινού στο ακροατήριο δεν επιτρεπόταν κι έτσι δεν χρειάστηκε να τσακωθεί με τη Σαμ για να την εμποδίσει να πάει. Η ζωή ενός προφυλακισμένου είναι απλή. Άλλοι παίρνουν τις αποφάσεις για σένα. Ο Ρέμπους δεν χρειαζόταν να σκεφτεί τι θα έτρωγε, πότε θα έβγαζε βόλτα τον σκύλο ή πώς θα περνούσε τη μέρα του. Όντας πρώην μπάτσος μάλιστα, ήταν δημοφιλής στους δεσμοφύλακες. Τους άρεσε να χασομεράνε στο κελί του, να διηγούνται ιστορίες. Τον είχαν πάντοτε κατά νου, καθώς αρκετοί κατάδικοι δεν ήθελαν το καλό του. Για τον λόγο αυτό είχε την πολυτέλεια να μένει μόνος σ’ ένα κελί, παρότι οι Βασιλικές Φυλακές του Εδιμβούργου ήταν ασφυκτικά γεμάτες.