Η μέρα εκείνη έπεσε το πρώτο χιόνι. Στις έντεκα το πρωί μεγάλες νιφάδες άρχισαν να κατεβαίνουν από έναν άχρωμο ουρανό και να κατακλύζουν τα χωράφια, τους κήπους και τις πελούζες του Ρομερίκε σαν εισβολείς από το διάστημα. Στις δύο το μεσημέρι τα εκχιονιστικά είχαν βγει στους δρόμους του Λίλε-στρεμ και στις δύο και μισή, όταν η Σάρα Κβίνεσλαντ ξεμύτισε αργά και προσεκτικά με το Toyota Corolla της ανάμεσα από τις μονοκατοικίες της λεωφόρου Κολό, το χιόνι του Νοέμβρη είχε σκεπάσει σαν πουπουλένιο πάπλωμα το κυματιστό τοπίο της υπαίθρου.
Τα σπίτια τής φαίνονταν πολύ διαφορετικά με το φως της μέρας. Τόσο διαφορετικά, που παραλίγο να προσπεράσει τη στροφή προς το δρομάκι του σπιτιού. Το αυτοκίνητο πατινάρισε όταν πάτησε απότομα φρένο και από το πίσω κάθισμα ακούστηκε ένα βογκητό. Στον εσωτερικό καθρέφτη είδε το θυμωμένο πρόσωπο του γιου της.
«Δεν θα αργήσουμε, αγάπη μου» του είπε. Ένα μεγάλο μπάλωμα μαύρης ασφάλτου μπροστά από το γκαράζ, μέσα σ’ εκείνο το κατάλευκο τοπίο, δήλωνε ότι το φορ-τηγό της μετακόμισης είχε έρθει ήδη και είχε φύγει. Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της. Έλπιζε μόνο να μην ήταν πολύ αργά.
«Ποιος μένει εδώ;» ρώτησε ο γιος της από το πίσω κάθισμα. «Ένας γνωστός μου» είπε η Σάρα στρώνοντας μηχανικά τα μαλλιά της στον καθρέφτη. «Δέκα λεπτά, αγάπη μου. Αφήνω το κλειδί στη μηχανή για να ακούς ραδιόφωνο». Βγήκε χωρίς να περιμένει απάντηση και, με τα παπούτσια της να γλιστράνε διαβολεμένα, έφτασε παραπατώντας ως την πόρτα που είχε περάσει τόσες και τόσες φορές, αλλά ποτέ έτσι, μέρα μεσημέρι, εκτεθειμένη στα αδιάκριτα βλέμματα των γειτόνων.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!