Το πουλόβερ μου ήταν καινούργιο, χτυπητό κόκκινο και άσχημο. Ήταν 12 Μαΐου, αλλά η θερμοκρασία είχε κάνει απότομη βουτιά στους δέκα βαθμούς και, αφού τουρτούρισα ένα τετραήμερο με τα πουκαμισάκια, καλύφθηκα όπως όπως με μια προσφορά γνωστής μάρκας, αντί να ξεσκαλίσω τα μαζεμένα χειμωνιάτικα. Άνοιξη στο Σικάγο.
Μέσα στο επενδυμένο με λινάτσα γραφειάκι μου κοίταζα αφηρημένα την οθόνη του υπολογιστή μου. Το κομμάτι μου για σήμερα ήταν μια σχετικά μαύρη ιστορία. Τέσσερα παιδάκια, ηλικίας από δύο μέχρι έξι χρονών, είχαν βρεθεί κλειδωμένα σε ένα δωμάτιο στο Σάουθ Σάιντ, με ένα μισόλιτρο γάλα και κάνα δυο σάντουιτς με τόνο. Τρεις μέρες ήταν παρατημένα εκεί μέσα, ανακατώνοντας σαν τα κοτοπουλάκια φαγητά και ακαθαρσίες πάνω στη μοκέτα. Η μάνα τους είχε βγει να τραβήξει μια τζούρα απ’ τον ναργιλέ και ξεχάστηκε. Συμβαίνει καμιά φορά. Ούτε καψίματα από τσιγάρα ούτε σπασμένα κόκαλα. Μόνο ένα ανεπανόρθωτο ολίσθημα.
Είχα δει τη μητέρα μετά τη σύλληψή της: η Τάμι Ντέιβις, ετών είκοσι δύο, ξανθιά και χοντρή, με ροζ ρουζ στα μάγουλα, δυο τέλειους κύκλους μεγέθους διόπτρας σκοποβολής. Μπορούσα να τη φανταστώ: καθισμένη σε έναν σαραβαλιασμένο καναπέ, τα χείλη της πάνω στο μέταλλο, μια δυνατή ρουφηξιά, ένα φύσημα καπνού. Κι ύστερα όλα μια θολούρα, και τα παιδιά της να χάνονται κάπου στο βάθος καθώς αυτή εκσφενδονιζόταν πίσω στα χρόνια του γυμνασίου, τότε που άρεσε ακόμη στ’ αγόρια και ήταν η ομορφότερη, η ζουμερή δεκατριάχρονη με το λιπγκλός που πιπίλιζε ξυλαράκια κανέλας προτού φιληθεί.
Ένα στομάχι. Μια μυρωδιά. Τσιγάρο και μπαγιάτικος καφές. Ο αξιοσέβαστος, βαριεστημένος αρχισυντάκτης μου Φρανκ Κιούρι, με τα φθαρμένα του Hush Puppies. Κουνιόταν μπρος πίσω πάνω στις φτέρνες του. Τα δόντια του είχαν μουλιάσει σε σάλιο καφετί από το τσιγάρο.
«Πού βρίσκεσαι με το κομμάτι σου, μικρή;» Πάνω στο γραφείο μου ήταν μια ασημένια πινέζα, με τη μύτη προς τα πάνω. Την πίεσε με το κιτρινισμένο νύχι του αντίχειρά του. «Κοντεύω». Είχα 150 λέξεις κείμενο. Χρειαζόμουν πεντακόσιες.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!