«Είμαι μια ηθοποιός που κάποτε έπαιξε σ’ έναν μεγάλο ρόλο. Την Ιουλιέτα στην καλύτερη κινηματογραφική εκδοχή του Ρωμαίος και Ιουλιέτα, που κανείς δεν θυμάται πια. Ένας μεγάλος ρόλος μπορεί να μην ακούγεται κάτι το ιδιαίτερο, αλλά σ’ αυτή την πόλη, να ξέρεις, είναι κάτι που οι περισσότεροι δεν πετυχαίνουν ποτέ. Εγώ έχω παντρευτεί τρεις φορές, τις δύο με πλούσιους κινηματογραφικούς παραγωγούς τους οποίους εγκατέλειψα με ευνοϊκότατους διακανονισμούς –κάτι που επίσης οι περισσότεροι δεν πετυχαίνουν ποτέ– και την τρίτη με τον μοναδικό άντρα που αγάπησα. Έναν πανέμορφο, νεαρό ηθοποιό, σαν Άδωνι, απένταρο, απείθαρχο και ασυνείδητο. Μου έφαγε όλα μου τα λεφτά κι ύστερα με παράτησε. Τον θέλω ακόμη, αλλά εύχομαι να σαπίσει στην Kόλαση». Άδειασε το ποτήρι της, το ακούμπησε στον πάγκο κι έκανε νόημα στον Μπεν να βάλει κι άλλο ένα. «Κι επειδή πάντα ερωτεύομαι ό,τι δεν μπορώ να έχω, επένδυσα χρήματα που δεν είχα σε ένα κινηματογραφικό πρότζεκτ που βασιζόταν πάνω σ’ έναν κεντρικό, μεγάλο ρόλο για γυναίκα ηθοποιό μεγαλύτερης ηλικίας. Ξύπνιο σενάριο, ηθοποιοί που ξέρουν να παίζουν πραγματικά κι ένας σκηνοθέτης που σε κάνει να σκέφτεσαι – με άλλα λόγια, ένα έργο που κάθε σοβαρός άνθρωπος ξέρει ότι είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Αυτή είμαι λοιπόν: μια ονειροπόλα λούζερ και τυπική ανχελένα».
Ο άντρας με την ουλή χαμογέλασε. «A, καταλαβαίνουμε από αυτοσαρκασμό» είπε η Λουσίλ. «Πώς σε λένε;» «Χάρι». «Δεν πολυμιλάς, Χάρι». «Χμ». «Σουηδός;» «Νορβηγός». «Την έχεις κοπανήσει από κάπου;» «Έτσι μοιάζω;» «Ναι. Βλέπω φοράς βέρα. Από τη γυναίκα σου;» «Πέθανε». «Α, προσπαθείς να την κοπανήσεις από τη θλίψη λοιπόν». Η Λουσίλ σήκωσε το ποτήρι της για πρόποση. «Ξέρεις ποιο είναι το δικό μου αγαπημένο μέρος; Το Λόρελ Κάνιον εδώ πιο πάνω. Όχι τώρα, αλλά έτσι όπως ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Μιλάμε, θα γούσταρες πολύ. Αν είχες γεννηθεί βεβαίως». «Μια χαρά είχα γεννηθεί».
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!