Νωρίς μια Κυριακή, μετά την πρώτη λειτουργία στο Κλόνεγκαλ, ο πατέρας μου, αντί να με πάει σπίτι, οδηγεί μέσα από το Γουέξφορντ προς την ακτή απ’ όπου είναι η οικογένεια της μητέρας μου. Είναι μια ζεστή μέρα, φωτεινή, με διάσπαρτες σκιές και πρασινωπές ξαφνικές λάμψεις κατά μήκος του δρόμου. Περνάμε μέσα από το χωριό Σιλέιλι, όπου κάποτε ο πατέρας μου έχασε την κόκκινη αγελάδα μας στα χαρτιά, και προσπερνάμε την αγορά του Κάρνου, όπου ο άντρας που κέρδισε το ζωντανό το πούλησε λίγο αργότερα. Ο πατέρας μου πετάει το καπέλο του στη θέση του συνοδηγού, κατεβάζει το παράθυρο και ανάβει τσιγάρο.
Λύνω τις πλεξούδες μου με ένα τίναγμα του κεφαλιού και ξαπλώνω ανάσκελα στο πίσω κάθισμα, κοιτάζοντας ψηλά από το πίσω τζάμι. Άλλοτε ο ουρανός είναι καθαρός, γαλάζιος. Κι άλλοτε σύννεφα κάτασπρα σαν από κιμωλία καλύπτουν το γαλάζιο, όμως η εικόνα που παραμένει είναι ένα μεθυστικό χάος από ουρανό και δέντρα, που το σκίζουν εδώ κι εκεί καλώδια πάνω από τα οποία, κάθε τόσο, πετάνε με ορμή μικρά καφετί σμήνη από φευγαλέα πουλιά. Αναρωτιέμαι πώς να είναι εκεί, αυτό το μέρος που ανήκει στους Κινσέλα. Φαντάζομαι μια ψηλή γυναίκα όρθια από πάνω μου, να με βάζει να πιω γάλα, ζεστό ακόμη από την αγελάδα. Φαντάζομαι μια άλλη, όχι και τόσο πιθανή εκδοχή της, με ποδιά, να χύνει το μείγμα για τις τηγανίτες σε ένα τηγάνι, ρωτώντας με αν θα ήθελα κι άλλο, όπως κάνει καμιά φορά η μητέρα μου όταν είναι στις καλές της.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!