«Ιζαμπέλ, χρειάζομαι βοήθεια!»
Καθισμένη ανακούρκουδα μες στο σκοτάδι, η Άλι μιλούσε αγχωμένα και ψιθυριστά στο κινητό. Περίπου ένα λεπτό, έμεινε ν’ ακούει σιωπηλή τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Κάπου κάπου έγνεφε καταφατικά και τα σκούρα της μαλλιά ακολουθούσαν την κίνηση του κεφαλιού της. Όταν η φωνή σταμάτησε, η Άλι ψαχούλεψε την πίσω πλευρά του κινητού, έβγαλε το καπάκι και μετά την μπαταρία. Κατόπιν, τράβηξε με δύναμη την κάρτα SIM και την πάτησε στο χώμα με το τακούνι της. Σκαρφάλωσε στο τούβλινο τοιχάκι του μικρού λονδρέζικου κήπου όπου κρυβόταν και, σχεδόν αόρατη μες στην αφέγγαρη νύχτα, έτρεξε βολίδα στον άδειο δρόμο, κόβοντας ταχύτητα μόνο για να πετάξει το κούφιο κινητό σ’ έναν ανοιχτό κάδο απορριμμάτων. Λίγους δρόμους παρακάτω πέταξε και την μπαταρία πάνω από έναν ψηλό τοίχο, μέσα σ’ έναν κήπο. Τότε άκουσε έναν ήχο διαφορετικό από το χτύπημα των παπουτσιών της στο πεζοδρόμιο. Κρύφτηκε πίσω από ένα λευκό φορτηγάκι, που ήταν σταθμευμένο στην άκρη του δρόμου, κι αφουγκράστηκε κρατώντας την ανάσα της. Βήματα. Έψαξε με το βλέμμα τον ήσυχο συνοικιακό δρόμο με τις όμοιες κατοικίες στη σειρά και διαπίστωσε ότι δεν της πρόσφερε παρά ελάχιστες κρυψώνες. Άκουγε τον διώκτη της να πλησιάζει τρέχοντας – δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της.