Πολλές φορές με ρωτούν πώς είναι να σου λείπει το μισό χέρι. Η αλήθεια είναι πως, αν και είκοσι χρόνων πια, δεν ξέρω. Πώς είναι να σας λείπει ένα δάχτυλο; Κάντε μου τη χάρη να τα μετρήσετε, εντάξει; Σταματήστε το διάβασμα και μετρήστε τα δάχτυλά σας.
Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, επτά, οκτώ, εννέα, δέκα! Πώς είναι να σας λείπει το ενδέκατο δάχτυλο; Οπ! Δεν ξέρετε, έτσι δεν είναι; Εγώ μετράω έως το πέντε. Εσείς έως το δέκα. Δε μου λείπει τίποτα. Ούτε και σ’ εσάς. Κι αν ανήκεις κι εσύ στη μικρή ομάδα ανθρώπων που δε μετράμε έως το δέκα, όπως εγώ, ούτε και σ’ εσένα λείπει κάτι. Μιλάω ειλικρινά. Στην αρχή δεν το καταλαβαίνεις, γιατί όλη σου τη ζωή ακούς την πρόθεση «χωρίς», γιατί πάντα σου έλεγαν «ότι σου λείπει». Θα σου πω κάτι: δε σου λείπει^ σου περισσεύει.
Σου περισσεύουν δυνατότητες. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω πως είναι ώρα να ξεκινήσουμε. Τι λέτε; Όλα άρχισαν…
Όλα ξεκίνησαν στο νοσοκομείο, στο δωμάτιο 102. Είχαν έρθει οι παππούδες μου, η προγιαγιά μου και οι θείες μου και περίμεναν^ με περίμεναν. Με γνώριζαν ήδη^ ήμουν ο Νταβίντ, ο γερός και δυνατός γιος που πρόσμεναν οι γονείς μου, που λαχταρούσαν οι παππούδες μου, και όλη μου η οικογένεια δεν έβλεπε την ώρα να γεννηθώ.
Η γιαγιάκα μου, η Μπάσι, καθόταν και έτριβε τα δάχτυλα των χεριών της αγχωμένη, συγκινημένη: στριφογύριζε τη βέρα της ακατάπαυστα. Περίμενε να ανοίξει ο πατέρας μου την πόρτα από στιγμή σε στιγμή, με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά, και μ’ εμένα αγκαλιά, τυλιγμένο στην κουβερτούλα που η ίδια είχε πλέξει με τόση αγάπη και…
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!