Είμαι σαράντα χρόνων. Είμαι θεός, αλλά ένας θεός που γερνάει. Επιτέλους το λαμβάνω υπόψη μου, όπως έλαβα υπόψη μου ότι το σώμα μου δεν είναι αυτό που ήταν πριν. Για χρόνια αγνοούσα τα σημάδια που μου έστελνε, μετά αποφάσισα να τα προσέξω. Δεν μπορώ πια να καταφέρω τα συνεχόμενα σπριντ που έκανα νέος· όταν κουράζομαι ή δέχομαι ένα χτύπημα, θέλω περισσότερο χρόνο για να συνέλθω. Προσάρμοσα το παιχνίδι μου στο νέο μου σώμα. Το παιχνίδι μου δεν είναι πια στη μικρή περιοχή, όπου πέφτουν οι σφαίρες. Συχνά βγαίνω έξω από την περιοχή και φτιάχνω παιχνίδι· πλέον δουλεύω περισσότερο για τα γκολ των άλλων παρά για τα δικά μου. Δε μου χρειάζεται πια η βιτρίνα, εκείνα που έπρεπε να κερδίσω τα κέρδισα, πλέον μου αρέσει να εμπνέω, να βοηθάω να ωριμάζουν οι νεαροί συμπαίκτες μου.
Είμαι σαράντα χρόνων και έχω δύο γιους που δεν είναι πια μωρά αλλά ολόκληρα παιδιά. Σ’ αυτή την ηλικία συνήθως τραβάς μια γραμμή και κάνεις το άθροισμα, βγάζεις τα πρώτα αποτελέσματα. Είναι το νόημα αυτού του βιβλίου. Για μέρες προσπάθησα να προσποιηθώ πως δε συνέβαινε τίποτα, να μη συλλογίζομαι τα γενέθλιά μου που πλησίαζαν. Απέφευγα να σκέφτομαι τον αριθμό σαράντα, όμως μετά, χθες το βράδυ, τον βρήκα μπροστά μου κόκκινο, τεράστιο, να καταλαμβάνει ολόκληρη την πρόσοψη ενός ξενοδοχείου. Τον είχαν σχηματίσει φωτίζοντας ορισμένα δωμάτια και αφήνοντας σκοτεινά κάποια άλλα.
Σ’ αυτό το ξενοδοχείο του Μιλάνου η Χελένα, η γυναίκα μου, είχε οργανώσει μια γιορτή-έκπληξη που με συγκίνησε. Ήταν εκεί τα πιο αγαπημένα μου πρόσωπα, πολλοί φίλοι που είχαν έρθει απ’ όλο τον κόσμο, σημαντικά πρόσωπα της ζωής μου. Υπήρχαν θρύλοι του ποδοσφαίρου, προπονητές, μέχρι και ποδοσφαιριστές που τους είχα φερθεί άσχημα στον αγωνιστικό χώρο. Δεν περίμενα να τους βρω όλους σε εκείνη την ταράτσα. Μια εξήγηση μου την έδωσε ο Ρίνο Γκατούζο: «Ήσουν πάντα αυθεντικός, ακόμη κι όταν τους χτυπούσες. Γι’ αυτό ήρθαν». Η Χελένα τα κατάφερε εξαιρετικά. Οργάνωσε τα πάντα κρυφά κι έτσι μου έκανε ένα υπέροχο δώρο. Συνήθως εγώ κάνω δώρα στους άλλους.