«ΣΟΥ ΑΡΈΣΕΙ Η ΒΡΟΧΉ;»
«Τι γνώμη έχεις για τη μαρμελάδα βερίκοκο;»
«Τραγουδάς κρυφά στο μπάνιο;»
Τρεις ερωτήσεις. Τρεις ερωτήσεις που ο πρώην σπουδαίος και τρανός αστυνομικός επιθεωρητής Μπέρνχαρντ Βάγκνερ –κατά κόσμον Μπένι– επαναλάμβανε τις τελευταίες εβδομάδες όλη την ώρα χωρίς να κουράζεται και χωρίς να το βάζει κάτω ούτε στιγμή. Ήταν γνωστός άλλωστε σε όλους όσοι είχαν έρθει έστω και για λίγο σε επαφή μαζί του για το πείσμα και την ξεροκεφαλιά του, όχι μόνο όσο βρισκόταν σε ενεργή δράση αλλά και αργότερα, στα πρώτα χρόνια της συνταξιοδότησής του. Τρεις ερωτήσεις παντελώς εκτός τόπου και χρόνου όχι μόνο όσον αφορά τη μεταξύ τους σύνδεση αλλά και τους αποδέκτες τους, δηλαδή τα άτομα που αποτελούσαν τον μικρόκοσμο του σωφρονιστικού ιδρύματος Tegel. Τρόφιμοι –φονιάδες, βιαστές και ληστές στη συντριπτική τους πλειονότητα– αλλά και δεσμοφύλακες, μάγειρες και καθαριστές άκουγαν καθημερινά τον Μπένι να τους αραδιάζει διαρκώς, σαν μονότονο ποιηματάκι, τις τρεις αυτές ερωτήσεις. Έδειχνε άρρωστος, και μάλιστα βαριά, ο Μπένι εκείνες τις στιγμές.
Χοντρές στάλες ιδρώτα ξεκινούσαν από το ζαρωμένο μέτωπό του, ύγραιναν τους κροτάφους του κι από εκεί κυλούσαν ανεμπόδιστες στον λαιμό του, ενώ παράλληλα λεκιάζονταν ντροπιαστικά και οι μασχάλες της γαλάζιας φόρμας του. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα μάτια του –κατακόκκινα από τα σπασμένα αγγεία που προκαλούσαν τόσο η αϋπνία όσο και η επικίνδυνα υψηλή αρτηριακή του πίεση– λίγο ήθελαν για να ξεκολλήσουν από τις κόγχες τους από την ένταση και την αγωνία. Δεν αγωνιούσε ο Μπένι γι’ αυτά που θα περίμενε κανείς, κάθε άλλο. Ποσώς τον ενδιέφεραν οι κίνδυνοι που ελλόχευαν για πρώην αστυνομικούς σε αυτόν τον χώρο. Και στην περίπτωσή του ήταν διπλό το κακό. Διπλοί οι λόγοι δηλαδή για τους οποίους οι άγραφοι νόμοι των φυλακών θα τον καταδίκαζαν χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς κανένα ελαφρυντικό στην εσχάτη των ποινών.