Η Πολιτεία του Αισώπου είχε δάση και λιβάδια, ποτάμια και λίμνες, βουνά και θάλασσες. Ζώα μεγάλα και μικρά ζούσαν πάνω σε δέντρα, κάτω από δέντρα, μέσα στη γη, ανάμεσα σε βράχια ή θάμνους
. Πετούσαν ψηλά στον ουρανό ή κολυμπούσαν ανάμεσα στα φύκια. Στο δάσος, πάνω σε ένα πεύκο, είχε τη φωλιά του το Τζιτζίκι. Εκεί ανάμεσα στις πευκοβελόνες
τραγουδούσε κι έπαιζε το βιολί του, χωρίς σταματημό. Ήταν καλοκαίρι και απολάμβανε τη ζεστασιά και το φως. Λίγο πιο πέρα από το πεύκο, είχε το σπίτι του το Μυρμήγκι. Εκείνο κουβαλούσε όλη μέρα
μαζί με τους συντρόφους του καρπούς και ψίχουλα, σχηματίζοντας ένα μακρύ τρενάκι. Δούλευαν ασταμάτητα, χωρίς να μιλάνε, και αποθήκευαν τις προμήθειες στη φωλιά τους.
Μια μέρα που ο ήλιος έκαιγε πολύ και το Τζιτζίκι τραγουδούσε κι έπαιζε βιολί με πάθος, μια πευκοβελόνα έπεσε πρώτα στο κεφάλι του κι έπειτα κάτω, στο κεφάλι του Μυρμηγκιού. Το Τζιτζίκι σταμάτησε το τραγούδι και κοίταξε χαμηλά.
Το Μυρμήγκι σταμάτησε τη δουλειά και κοίταξε ψηλά. Μεμιάς οι σύντροφοι που το ακολουθούσαν έπεσαν πάνω του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας σωρός από μυρμήγκια.