Το ντύσιμο ήταν πάντα η πιο δύσκολη υπόθεση του απογεύματος
. Η πρόσκληση για το Μέγαρο Βαλεντίνο έλεγε ημιεπίσημο ένδυμα, αλλά το πρόβλημα ήταν το «ημι-». Πρόσφερε τόσo πολλές δυνατότητες όσo μια νύχτα χωρίς πάρτι. Ήταν μεγάλο ζόρι για τα αγόρια, γιατί θα μπορούσε να σημαίνει σακάκι με γραβάτα (ή χωρίς γραβάτα για ορισμένα είδη γιακάδων πουκαμίσου
) ή άσπρο πουκάμισο και παντελόνι χωρίς σακάκι (αλλά μόνο τις καλοκαιρινές βραδιές) ή κάθε λογής καμπαρντίνες, γιλέκα, φράκα, σκοτσέζικες φούστες ή πολύ σικ πουλόβερ. Για τα κορίτσια όμως ο ορισμός επιδεχόταν άπειρες ερμηνείες, όπως συμβαίνει συνήθως με τους ορισμούς εδώ στη Συνοικία των Καινούριων Ωραίων. Η Τάλι προτιμούσε σχεδόν το ξεκάθαρο «επίσημο ένδυμα
». Τα ρούχα ήταν πιο άβολα και τα πάρτι τελείως ξενέρωτα μέχρι να γίνουν όλοι λιώμα στο μεθύσι, αλλά τουλάχιστον δε χρειαζόταν να σπας το κεφάλι σου τι θα φορέσεις. «Ημιεπίσημο, ημιεπίσημο» μουρμούρισε καθώς πλανιόταν το βλέμμα της στο περιεχόμενο της ανοιχτής ντουλάπας της, όπου ο περιστρεφόμενος καλόγερος φρενάριζε κι έκανε απότομα
μπρος πίσω, καθώς προσπαθούσε να συγχρονιστεί με το άστατο κλικάρισμα του οφθαλμικού ποντικιού της, κάνοντας τα ρούχα ν’ ανεμίζουν στις κρεμάστρες. Ναι, το «ημι-» ήταν σίγουρα σπαστική λέξη. «Μα είναι κανονική λέξη;» αναρωτήθηκε δυνατά η Τάλι. «Ημι-;» Την ένιωθε παράξενα στο στόμα της, που ήταν στεγνό
σαν βαμβάκι από το χθεσινοβραδινό γλέντι. «Απλά είναι το πρώτο συνθετικό λέξεων» απάντησε το δωμάτιό
της, που περνιόταν για έξυπνο. «Χαίρω πολύ» μουρμούρισε η Τάλι. Ρίχτηκε ανάσκελα στο κρεβάτι και κοίταξε το ταβάνι, έχοντας την αίσθηση ότι σε λίγο το δωμάτιο θ’ άρχιζε να περιστρέφεται
. Ήταν άδικο να σκοτίζει το μυαλό της για μισή λέξη. «Διώξ’ το» είπε. Το δωμάτιο δεν κατάλαβε κι έκλεισε τον συρόμενο τοίχο της ντουλάπας της. Η Τάλι δεν είχε κουράγιο να του εξηγήσει ότι εννοούσε τον πονοκέφαλο από το χθεσινό ξενύχτι, που είχε αράξει μέσα στο κεφάλι της σαν υπέρβαρη γάτα, πλαδαρή
και τσαντισμένη κι απρόθυμη να συμμαζευτεί.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!