Το τρένο ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Η Ελένη στέκεται στο παράθυρο και κοιτάζει έξω. Δηλαδή πρέπει να στέκεται και να κοιτάζει. Πρώτη φορά ταξιδεύει βαγκόν-λι. Φορεί ένα ροζ νυχτικό με δαντέλες. Το αγόρασε στις εκπτώσεις στο σούπερ μάρκετ. Τα δικά της ξεθώριασαν πλύνε βάλε, στο αυτόματο πλυντήριο της γειτονιάς. Δεν μπορείς να ταξιδεύεις βαγκόν-λι με ξεθωριασμένο νυχτικό! Δίπλα της όρθιος ο Ευγένιος. Τις πιτζάμες του τις δανείστηκε από τον Μάνο, που είναι διπλός απ’ αυτόν. Το παντελόνι τού το μάζεψε πίσω η Ελένη με μια παραμάνα, το σακάκι όμως πλέει αξιοθρήνητα πάνω του.
– Μην έχεις τόσο ταλαιπωρημένο ύφος, συμβουλεύει η Ελένη. Τρομαγμένος πρέπει να είσαι. Κάτι συμβαίνει έξω στην πλατφόρμα και προσπαθείς να μαντέψεις. Ο Ευγένιος νευριάζει: – Άσε τη σκηνοθεσία. Κοίτα καλύτερα τον εαυτό σου, μ’ αυτό το μπομπονί νυχτικό! Έξω από το παράθυρο του τρένου στέκει ένας άντρας με σκούρο κοστούμι, πλατύγυρη ρεπούμπλικα και μαύρα γυαλιά. Είναι ο σκηνοθέτης. Ποιος ξέρει γιατί ντύνεται έτσι. Το τρένο της φρίκης. Υπερπαραγωγή. Παίζουν τέσσερις μεγάλοι πρωταγωνιστές και διακόσιοι πενήντα κομπάρσοι. Ανάμεσα στους κομπάρσους: η Ελένη, ο Ευγένιος, ο Πάνος, η Άννα και ο Στέφανος. Ογδόντα φράγκα τη μέρα και γύρισμα τουλάχιστο για πέντε μέρες. Τετρακόσια φράγκα! Κανένας τους δεν έχει κάρτα εργασίας. Τα κανόνισε όμως ο τρίτος σκηνοθέτης, που είναι φίλος του Στέφανου. Είναι αριστεριστής και τα ξέρει όλα για την Ελλάδα. Για τη δικτατορία των «κολονέλων», τους πολιτικούς πρόσφυγες, τους αυτοεξόριστους. Ακόμα και τα πολύ πιο πριν, την Κατοχή και τον εμφύλιο.