Ο Τζουστ κοίταξε το είδωλό του στο τζάμι της διπλής πόρτας που οδηγούσε από το σπίτι στον πλαϊνό κήπο. Η μητέρα του είχε δίκιο. Ακόμα και με τη νέα του στολή, εξακολουθούσε να μοιάζει με μωρό. Πέρασε απαλά το δάχτυλό του πάνω από το άνω χείλος του. Μακάρι να μεγάλωνε το μουστάκι του. Σίγουρα πάντως φαινόταν πιο πυκνό από χθες. Υπηρετούσε στη Φρουραρχία λιγότερο από έξι εβδομάδες, αλλά δεν ήταν τόσο συναρπαστικό όσο ήλπιζε. Νόμιζε ότι θα κυνηγούσε κλέφτες στο Βαρέλι ή θα έκανε περιπολία στα λιμάνια, καθώς και ότι θα ήταν από τους πρώτους που θα έβλεπαν το φορτίο που έφτανε στις αποβάθρες. Αλλά, μετά τη δολοφονία εκείνου του πρεσβευτή στο δημαρχείο, το Εμπορικό Συμβούλιο γκρίνιαζε για την ασφάλεια, οπότε πού βρισκόταν εκείνος; Έκανε κύκλους στο σπίτι κάποιου τυχερού εμπόρου. Όχι οποιουδήποτε εμπόρου, όμως. Ο Σύμβουλος Χέντι είχε τον πιο υψηλό βαθμό στην κυβέρνηση του Κέτερνταμ που θα μπορούσε να έχει κανείς.
Ο Τζουστ τακτοποίησε το παλτό και το τουφέκι του, μετά χάιδεψε το κλομπ στον γοφό του. Ίσως ο Χέντι να τον συμπαθούσε. Παρατηρητικός και γρήγορος με το ρόπαλο, θα έλεγε ο Χέντι. Αυτός ο τύπος αξίζει μια προαγωγή.
Άφησε πρώτος το σχόλιό σου!