Η μυρωδιά του καμένου ξύλου εισχώρησε στα ρουθούνια τους κι από κει κατευθείαν στις καρδιές τους. Η Τασία γύρισε και κοίταξε τον άντρα της, αλλά το δικό του βλέμμα δεν ήταν απορημένο ούτε έντρομο σαν το δικό της. Τα μάτια του έσταζαν πόνο και παραίτηση. Στο βάθος τους η γυναίκα διέκρινε μια σπίθα θυμού, ίσως και μίσους, αλλά μπορεί και να έκανε λάθος. Ο Αργύρης είχε κουραστεί, δεν άντεχε άλλο πόλεμο. Δεν άντεχε άλλο θάνατο. «Τα κορίτσια, Αργύρη! Τα κορίτσια μας!» ούρλιαξε και ξεκίνησε να τρέχει πρώτη προς το σπίτι. Εκείνος κρατούσε το γαϊδούρι, που ήταν φορτωμένο με το λάδι κι ό,τι άλλο τους είχε προμηθεύσει ο αδελφός του, που είχε τον τρόπο του εκείνα τα χρόνια στην Κατοχή. Είχε κοκαλώσει στη θέση του παρατηρώντας τον μαύρο καπνό που ξεπρόβαλλε στο τέρμα της ανηφόρας. Για μια στιγμή σκέφτηκε να παρατήσει το ζωντανό και να αρχίσει να τρέχει κατά πίσω. Να μη φτάσει στην άκρη του χωματόδρομου κι αντικρίσει κάτω το σπιτικό του παραδομένο στις φλόγες, να μη ακούσει τις στριγκλιές των παιδιών του που θα καίγονταν ζωντανά.
Οι άνθρωποι συνήθως, όταν τους βρει μια συμφορά, υψώνουν το βλέμμα τους στον ουρανό και αναρωτιούνται: «Γιατί σ’ εμένα, Θεέ μου;» Προσωπικά δεν αναρωτήθηκα ποτέ. Ήξερα γιατί.
Ήμουν αμαρτωλή.
Ήμουν άπληστη.
Ήμουν άπιστη.
Ήμουν ανήθικη.
Ήμουν δολοφόνος.
Πίστευα πως Εκείνος εκεί ψηλά δεν το ξέχασε ποτέ κι απλά είχε έρθει η ώρα μου να πληρώσω. Γι’ αυτό και έσκυψα το κεφάλι και δέχτηκα την τιμωρία μου. Δέχτηκα να ζήσω κι εξακολουθώ να ζω, ενώ η λύτρωσή μου θα ήταν να πεθάνω.
Με λένε Άννα κι αυτή είναι η ιστορία της ζωής μου. Το χρέος μου προς τον Θεό το ξεπλήρωσα με τα δάκρυά μου. Το χρέος μου προς τους ανθρώπους το ξεπληρώνω μ’ αυτό το βιβλίο. Ανοίγω την καρδιά μου και σας μιλάω με απόλυτη ειλικρίνεια.
Ένα μικρό ψέμα θα σας πω μόνο. Ένα ασήμαντο ή ίσως και πολύ σημαντικό…
Διάβασε ένα απόσπασμα
Η μυρωδιά του καμένου ξύλου εισχώρησε στα ρουθούνια τους κι από κει κατευθείαν στις καρδιές τους. Η Τασία γύρισε και κοίταξε τον άντρα της, αλλά το δικό του βλέμμα δεν ήταν απορημένο ούτε έντρομο σαν το δικό της. Τα μάτια του έσταζαν πόνο και παραίτηση. Στο βάθος τους η γυναίκα διέκρινε μια σπίθα θυμού, ίσως και μίσους, αλλά μπορεί και να έκανε λάθος. Ο Αργύρης είχε κουραστεί, δεν άντεχε άλλο πόλεμο. Δεν άντεχε άλλο θάνατο. «Τα κορίτσια, Αργύρη! Τα κορίτσια μας!» ούρλιαξε και ξεκίνησε να τρέχει πρώτη προς το σπίτι. Εκείνος κρατούσε το γαϊδούρι, που ήταν φορτωμένο με το λάδι κι ό,τι άλλο τους είχε προμηθεύσει ο αδελφός του, που είχε τον τρόπο του εκείνα τα χρόνια στην Κατοχή. Είχε κοκαλώσει στη θέση του παρατηρώντας τον μαύρο καπνό που ξεπρόβαλλε στο τέρμα της ανηφόρας. Για μια στιγμή σκέφτηκε να παρατήσει το ζωντανό και να αρχίσει να τρέχει κατά πίσω. Να μη φτάσει στην άκρη του χωματόδρομου κι αντικρίσει κάτω το σπιτικό του παραδομένο στις φλόγες, να μη ακούσει τις στριγκλιές των παιδιών του που θα καίγονταν ζωντανά.
Κατασκευαστής
Οδηγοί Προϊόντος
- Συγγραφέας
- Μαρία Τζιρίτα
- Εκδότης
- Ψυχογιός
- Είδος
- Κοινωνικό
- Εξώφυλλο
- Μαλακό
- Αριθμός σελίδων
- 328
- Ημερομηνία Κυκλοφορίας
- 2/2023
- Έτος έκδοσης
- 2023
- Διαστάσεις
- 14x21 cm
- ISBN-13
- 9786180147919
Σημαντική πληροφορία
Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται από τις επίσημες σελίδες των προϊόντων. Επιβεβαίωσε τα στοιχεία πριν προχωρήσεις στην τελική αγορά. Εάν παρατηρήσεις κάποιο πρόβλημα μπορείς να το αναφέρεις εδώ.